← Πίσω στις Γνώμες
ΠΟΛΙΤΙΚΗΚΟΙΝΩΝΙΑΔΙΕΘΝΗ

Γιατί οι νέοι φεύγουν από την Ελλάδα;

Υπάρχει πράγματι «Brain Gain»;

Κοινοποίηση
Γιατί οι νέοι φεύγουν από την Ελλάδα;
Κοινοποίηση

Για περισσότερο από μία δεκαετία, η Ελλάδα έζησε ένα από τα εντονότερα κύματα φυγής ανθρώπινου δυναμικού στη σύγχρονη ιστορία της. Νέοι άνθρωποι, πολλοί με πανεπιστημιακή εκπαίδευση και υψηλή εξειδίκευση, εγκατέλειψαν τη χώρα αναζητώντας εργασία, καλύτερες αποδοχές και μεγαλύτερες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.

Το φαινόμενο απέκτησε ένα όνομα που πλέον γνωρίζουν όλοι: Brain Drain.

Τα τελευταία χρόνια όμως ακούμε ολοένα συχνότερα έναν διαφορετικό όρο: Brain Gain. Η οικονομία έχει ανακάμψει σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά και οι είσοδοι Ελλήνων πολιτών στη χώρα έχουν πλέον ξεπεράσει τις αναχωρήσεις.

Σημαίνει αυτό ότι το Brain Drain τελείωσε;

Όχι. Αλλά σημαίνει ότι κάτι πράγματι έχει αρχίσει να αλλάζει.

Το κρίσιμο είναι να διαχωρίσουμε τα πραγματικά δεδομένα από την πολιτική ή επικοινωνιακή υπερβολή.

Από τις 15.000 στις 50.000 αναχωρήσεις τον χρόνο

Πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση, οι μεταναστευτικές ροές Ελλήνων προς τις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν σχετικά περιορισμένες.

Μεταξύ 2005 και 2010 καταγράφονταν περίπου 14.000 έως 15.000 αναχωρήσεις ετησίως.

Η κρίση άλλαξε δραματικά την εικόνα.

Το 2011 οι ροές πλησίασαν τις 33.000 και το 2012 σχεδόν τις 52.000. Από το 2012 μέχρι το 2019, οι ετήσιες μεταναστευτικές ροές προς χώρες του ΟΟΣΑ κινούνταν περίπου μεταξύ 46.000 και 56.000 ανθρώπων.

Το 2019 καταγράφηκαν περίπου 55.760.

Δεν επρόκειτο λοιπόν για μια μικρή τάση νέων που ήθελαν απλώς να «δοκιμάσουν την τύχη τους έξω».

Η Ελλάδα έχασε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα ένα μεγάλο τμήμα του ενεργού και συχνά υψηλά καταρτισμένου πληθυσμού της.

Γιατροί, μηχανικοί, ερευνητές, επιστήμονες, επαγγελματίες πληροφορικής, νοσηλευτές και πτυχιούχοι πολλών άλλων ειδικοτήτων βρήκαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αυτό που δυσκολεύονταν να βρουν εδώ: εργασία αντίστοιχη με τις δεξιότητές τους και πραγματικές προοπτικές εξέλιξης.

Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 2012

Αυτό πρέπει επίσης να αναγνωριστεί.

Η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας έχει βελτιωθεί σημαντικά.

Τον Ιούλιο του 2026 η εποχικά διορθωμένη ανεργία στην Ελλάδα βρισκόταν στο 7,9%. Πρόκειται για τεράστια διαφορά σε σχέση με τα χρόνια κατά τα οποία η συνολική ανεργία είχε ξεπεράσει ακόμη και το 27%.

Επομένως, αν η συζήτηση περιοριστεί στο ερώτημα «υπάρχουν περισσότερες δουλειές σήμερα από ό,τι το 2012;», η απάντηση είναι ξεκάθαρα ναι.

Όμως οι νέοι δεν αποφασίζουν πού θα ζήσουν εξετάζοντας μόνο το ποσοστό ανεργίας.

Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό:

Τι ζωή μπορεί να χτίσει κάποιος με τη δουλειά που βρίσκει;

Και εκεί αρχίζουν τα προβλήματα.

Το ζήτημα των μισθών

Το 2024 η μέση ετήσια αμοιβή πλήρους απασχόλησης, προσαρμοσμένη σε ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης, ήταν στην Ελλάδα περίπου 18.000 ευρώ.

Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 39.800 ευρώ.

Από τις χώρες της ΕΕ μόνο η Βουλγαρία, με περίπου 15.400 ευρώ, βρισκόταν χαμηλότερα. Η Ουγγαρία ακολουθούσε την Ελλάδα με περίπου 18.500 ευρώ.

Η σύγκριση των ονομαστικών μισθών φυσικά δεν λέει ολόκληρη την ιστορία. Το κόστος ζωής διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα.

Όμως στην περίπτωση της Ελλάδας υπάρχει ένα επιπλέον πρόβλημα:

το χαμηλότερο εισόδημα συνδυάζεται με εξαιρετικά μεγάλη επιβάρυνση από το κόστος στέγασης.

Η στέγαση απορροφά τεράστιο μέρος του εισοδήματος

Το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούσαν κατά μέσο όρο περίπου 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση.

Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ ήταν μόλις 19%.

Για τους νέους τα πράγματα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστικά.

Το 30,3% των ανθρώπων ηλικίας 15 έως 29 ετών στην Ελλάδα ζούσε το 2024 σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης αντιστοιχούσε σε τουλάχιστον 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Και εδώ η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη επομένως ότι οι νέοι στην Ελλάδα έφευγαν από το πατρικό τους σπίτι κατά μέσο όρο στα 30,7 χρόνια, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 26,2 χρόνια.

Η οικονομική ανεξαρτησία καθυστερεί.

Και αυτό έχει συνέπειες πολύ πέρα από την αγορά κατοικίας: επηρεάζει τη δημιουργία οικογένειας, τη δυνατότητα αποταμίευσης, τις επαγγελματικές επιλογές και τελικά την απόφαση για παραμονή ή μετανάστευση.

Το πρόβλημα δεν τελειώνει όταν αποκτήσεις πτυχίο

Υπάρχει ακόμη ένας αριθμός που αποτυπώνει το πρόβλημα ιδιαίτερα καθαρά.

Το 2025 το ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων ηλικίας 20 έως 34 ετών στην Ελλάδα ήταν μόλις 62,4%.

Ήταν το χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 83%.

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: ο συγκεκριμένος δείκτης της Eurostat δεν αφορά αποκλειστικά αποφοίτους πανεπιστημίου. Περιλαμβάνει νέους που ολοκλήρωσαν πρόσφατα τουλάχιστον ανώτερη δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια εκπαίδευση και δεν βρίσκονται πλέον σε εκπαίδευση ή κατάρτιση.

Παρόλα αυτά, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι τεράστια.

Η Ελλάδα μπορεί επομένως να έχει πολύ χαμηλότερη γενική ανεργία από ό,τι κατά την κρίση, αλλά η μετάβαση των νέων από την εκπαίδευση στην απασχόληση εξακολουθεί να είναι προβληματική.

Οι νέοι δεν συγκρίνουν την Ελλάδα με το παρελθόν της

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο λάθος στη δημόσια συζήτηση.

Όταν λέμε ότι η Ελλάδα έχει βελτιωθεί σε σχέση με το 2012, πιθανότατα έχουμε δίκιο.

Αλλά ένας 25χρονος που αποφασίζει σήμερα αν θα εργαστεί στην Ελλάδα ή στην Ολλανδία δεν συγκρίνει την Ελλάδα του 2026 με την Ελλάδα του 2012.

Συγκρίνει την Ελλάδα του 2026 με την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Δανία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα μπορεί να επιλέξει το 2026.

Συγκρίνει μισθούς.

Ενοίκια.

Επαγγελματική εξέλιξη.

Εργασιακή κουλτούρα.

Δυνατότητα αποταμίευσης.

Υπηρεσίες του κράτους.

Υγεία.

Μεταφορές.

Στέγαση.

Work-life balance.

Και κυρίως συγκρίνει το πόσο πιθανό είναι η προσωπική του προσπάθεια να μετατραπεί σε πραγματική κοινωνική και επαγγελματική πρόοδο.

Αξιοκρατία και εμπιστοσύνη στους θεσμούς

Τα οικονομικά δεδομένα δεν εξηγούν από μόνα τους το Brain Drain.

Η μεγάλη μελέτη του ΟΟΣΑ για τους Έλληνες του εξωτερικού καταγράφει ως σημαντικά εμπόδια επιστροφής και ζητήματα όπως η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, οι επαγγελματικές προοπτικές, οι δυνατότητες εξέλιξης και η αξιοκρατία.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Για έναν άνθρωπο που έχει εργαστεί για χρόνια σε διαφορετικό εργασιακό περιβάλλον, η απόφαση επιστροφής δεν εξαρτάται μόνο από το αν θα πάρει 200 ή 300 ευρώ περισσότερα.

Εξαρτάται επίσης από το αν πιστεύει ότι το σύστημα στο οποίο επιστρέφει θα του επιτρέψει να εξελιχθεί.

Και τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η δυσπιστία παραμένει ισχυρή.

Σε σχετική έρευνα, 85% των Ελλήνων μεταναστών δήλωσαν ότι θεωρούν απίθανο να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.

Στους ερωτώμενους ηλικίας 20 έως 30 ετών, το ποσοστό έφτανε το 92%.

Όταν ρωτήθηκαν τι θα μπορούσε να τους κάνει να επιστρέψουν, το 52% ανέφερε ανταγωνιστικότερες αποδοχές, το 36% φορολογικές ελαφρύνσεις και το 25% καλύτερη ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής.

Άρα η επιθυμία για επιστροφή δεν εξαρτάται μόνο από το συναίσθημα.

Εξαρτάται από τους όρους της επιστροφής.

Και τότε πού βρίσκεται το περίφημο Brain Gain;

Εδώ τα δεδομένα παρουσιάζουν πραγματικά ενδιαφέρον.

Διότι παρά τα παραπάνω, η κατεύθυνση των μεταναστευτικών ροών των Ελλήνων πολιτών έχει όντως αλλάξει.

Το 2023 καταγράφηκαν περίπου 46.000 είσοδοι Ελλήνων πολιτών στην Ελλάδα, έναντι περίπου 37.000 αναχωρήσεων.

Για πρώτη φορά μετά από μια μακρά περίοδο καθαρών εκροών, οι είσοδοι ξεπέρασαν τις εξόδους.

Το 2024 η τάση έγινε ακόμη ισχυρότερη:

καταγράφηκαν σχεδόν 52.000 είσοδοι Ελλήνων πολιτών, έναντι περίπου 32.000 αναχωρήσεων.

Αυτό είναι σημαντικό.

Και δεν υπάρχει λόγος να το υποβαθμίσουμε.

Υπάρχει πραγματική μεταβολή στη μεταναστευτική ισορροπία.

Όμως τα 52.000 δεν σημαίνουν «52.000 επιστήμονες γύρισαν πίσω»

Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Ο αριθμός των περίπου 52.000 αφορά εισόδους Ελλήνων πολιτών.

Δεν αποδεικνύει ότι όλοι αυτοί είναι άνθρωποι που έφυγαν από την Ελλάδα κατά την οικονομική κρίση και τώρα επέστρεψαν.

Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι ροές με βάση την ελληνική υπηκοότητα μπορούν να περιλαμβάνουν και Έλληνες πολίτες που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό, για παράδειγμα άτομα δεύτερης γενιάς ή μέλη της ελληνικής διασποράς.

Άρα η φράση:

«52.000 Έλληνες του Brain Drain επέστρεψαν το 2024»

δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από τα συγκεκριμένα δεδομένα.

Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι:

Το 2024 οι καταγεγραμμένες είσοδοι Ελλήνων πολιτών ήταν σχεδόν 52.000, ενώ οι αναχωρήσεις περίπου 32.000.

Και αυτό αποτελεί σαφή αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Υπάρχουν όμως στοιχεία πραγματικού Brain Gain

Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον κομμάτι.

Τα στοιχεία της απογραφής για ανθρώπους που πράγματι επέστρεψαν στην Ελλάδα δείχνουν ότι σημαντικό μέρος τους διαθέτει υψηλό μορφωτικό και επαγγελματικό επίπεδο.

Από τους Έλληνες μετανάστες που επέστρεψαν την περίοδο 2016-2021:

54% ήταν ηλικίας 20 έως 39 ετών.

Περίπου τρεις στους πέντε είχαν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ ανθρώπων της ίδιας ομάδας που δεν είχαν μεταναστεύσει ήταν μόλις 23%.

Και σχεδόν 47% των επαναπατρισθέντων εργάζονταν σε επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης, έναντι περίπου 18% των μη μεταναστών.

Ιδιαίτερα έντονη παρουσία παρατηρείται σε επαγγέλματα υγείας, στις επιστήμες και τη μηχανική και στον τομέα της πληροφορικής και των επικοινωνιών.

Αυτό είναι πράγματι Brain Gain.

Άνθρωποι που έφυγαν, απέκτησαν εκπαίδευση, επαγγελματική εμπειρία και δεξιότητες στο εξωτερικό και επιστρέφουν μεταφέροντας μέρος αυτής της γνώσης στην ελληνική οικονομία.

Γιατί επιστρέφουν;

Η απάντηση δεν είναι αποκλειστικά οικονομική.

Ο επαναπατρισμός παραμένει ο σημαντικότερος δηλωμένος λόγος επιστροφής.

Η εργασία αποτελεί τον δεύτερο συχνότερο λόγο και, ανάλογα με την περίοδο επιστροφής, αφορά περίπου 15% έως 22% των περιπτώσεων.

Αυτό έχει σημασία γιατί δείχνει ότι δεν πρέπει να παρουσιάζουμε κάθε επιστροφή ως απόδειξη ότι η ελληνική αγορά εργασίας έγινε ξαφνικά ανταγωνιστικότερη από τις αγορές της Βόρειας ή Δυτικής Ευρώπης.

Οικογένεια, προσωπικοί δεσμοί, τρόπος ζωής και η επιθυμία επιστροφής στην πατρίδα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο.

Και η επιστροφή δεν σημαίνει ότι όλα λύθηκαν

Σε έρευνα 602 ανθρώπων που είχαν ζήσει και εργαστεί στο εξωτερικό μεταξύ 2010 και 2019 και στη συνέχεια επέστρεψαν και εργάζονταν στην Ελλάδα, το 46% δήλωσε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες προσαρμογής μετά την επιστροφή.

Οι επαναπατρισθέντες αναφέρουν προβλήματα που σχετίζονται με τους θεσμούς, την αξιοκρατία και την οργάνωση της αγοράς εργασίας.

Ενδιαφέρον έχει επίσης ότι μόλις 14% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι είχε αξιοποιήσει ειδικά φορολογικά κίνητρα επιστροφής.

Τα φορολογικά κίνητρα μπορούν συνεπώς να βοηθήσουν.

Δεν αρκούν όμως από μόνα τους.

Αν κάποιος επιστρέψει λόγω φορολογικής ελάφρυνσης αλλά διαπιστώσει ότι οι επαγγελματικές του δυνατότητες, οι αποδοχές ή η ποιότητα ζωής του υποβαθμίζονται σημαντικά, το πραγματικό πρόβλημα απλώς μετατίθεται.

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο να επιστρέψει.

Είναι να παραμείνει.

Brain Gain ή Brain Circulation;

Ίσως τελικά χρειαζόμαστε έναν διαφορετικό τρόπο να εξετάζουμε το φαινόμενο.

Η μετανάστευση ενός νέου ανθρώπου δεν αποτελεί αυτομάτως αποτυχία μιας χώρας.

Ένας Έλληνας μπορεί να σπουδάσει στην Αθήνα, να εργαστεί πέντε χρόνια στη Γερμανία, να αποκτήσει εμπειρία στην Ολλανδία και αργότερα να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Μπορεί επίσης να ζει στην Ελλάδα αλλά να εργάζεται εξ αποστάσεως για εταιρεία του εξωτερικού.

Ή μπορεί να παραμένει στο εξωτερικό αλλά να συμμετέχει σε ερευνητικά, επιχειρηματικά ή επενδυτικά δίκτυα που συνδέονται με την Ελλάδα.

Σε μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά εργασίας η κινητικότητα δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν η σχέση είναι μονόδρομη:

η χώρα εκπαιδεύει ανθρώπους, αυτοί φεύγουν και δεν βλέπουν κανέναν σοβαρό λόγο να επιστρέψουν.

Αν αντίθετα οι άνθρωποι μπορούν να φύγουν, να αποκτήσουν εμπειρία και στη συνέχεια να επιστρέψουν ή να μεταφέρουν γνώση, κεφάλαιο και δίκτυα πίσω στη χώρα, τότε μιλάμε περισσότερο για Brain Circulation.

Και αυτό πιθανότατα είναι πιο ρεαλιστικός στόχος από την απαίτηση «να μη φεύγει κανείς».

Άρα, υπάρχει τελικά Brain Gain;

Ναι. Αλλά όχι με τον τρόπο που συχνά παρουσιάζεται.

Υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις επιστροφής.

Οι είσοδοι Ελλήνων πολιτών ξεπέρασαν τις αναχωρήσεις το 2023 και η θετική διαφορά μεγάλωσε σημαντικά το 2024.

Υπάρχουν επίσης ισχυρές ενδείξεις ότι σημαντικό μέρος όσων πράγματι επιστρέφουν είναι νέοι άνθρωποι υψηλού μορφωτικού επιπέδου και υψηλής ειδίκευσης.

Άρα το Brain Gain δεν είναι μύθος.

Αλλά δεν μπορούμε ακόμη να πούμε ότι το Brain Drain αντιστράφηκε ολοκληρωτικά.

Οι σωρευτικές αναχωρήσεις από το 2010 εξακολουθούν, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, να υπερβαίνουν σημαντικά τις εισροές.

Οι μισθολογικές διαφορές με την υπόλοιπη Ευρώπη παραμένουν μεγάλες.

Η στεγαστική επιβάρυνση είναι εξαιρετικά υψηλή.

Η απασχόληση των πρόσφατων αποφοίτων παραμένει η χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και η μεγάλη πλειονότητα των σημερινών Ελλήνων μεταναστών εξακολουθεί να μην σχεδιάζει άμεση επιστροφή.

Επομένως, η πιο ακριβής περιγραφή δεν είναι:

«Το Brain Drain τελείωσε».

Ούτε όμως:

«Κανείς δεν επιστρέφει και το Brain Gain είναι ψέμα».

Η πραγματικότητα βρίσκεται ανάμεσα στα δύο.

Η Ελλάδα έχει περάσει από την περίοδο της μαζικής καθαρής φυγής σε μια περίοδο σταδιακής εξισορρόπησης των ροών.

Το αν αυτή η τάση θα εξελιχθεί σε πραγματική και μόνιμη αντιστροφή του Brain Drain θα εξαρτηθεί από κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από ένα θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο.

Θα εξαρτηθεί από το αν ένας νέος άνθρωπος, όταν συγκρίνει αυτά που μπορεί να του προσφέρει η Ελλάδα με αυτά που μπορεί να βρει στο εξωτερικό, θα έχει αρκετούς λόγους να πει:

«Ναι. Αξίζει να μείνω.»

Ή:

«Ναι. Αξίζει να επιστρέψω.»


Διαβάστε επίσης...

Η ανώτατη εκπαίδευση δεν κλείνει το έμφυλο μισθολογικό χάσμα

Η ανώτατη εκπαίδευση δεν κλείνει το έμφυλο μισθολογικό χάσμα

Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Ίσης Αμοιβής (18 Σεπτεμβρίου), τα παγκόσμια στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι καμία χώρα δεν έχει καταφέρει να γεφυρώσει το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών,…

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΚΟΙΝΩΝΙΑ
Διάβασε το άρθρο →