← Πίσω στις Γνώμες
ΚΟΙΝΩΝΙΑΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

Η δίκη του Όχι

Το “Όχι” οδηγείται δεμένο προς την αγχόνη, καταδικασμένο όχι επειδή δεν υπήρξε, αλλά επειδή δεν ακούστηκε όπως απαιτούσαν οι άλλοι. Μια αλληγορία για τη σιωπή, τον φόβο, τη συναίνεση και την ανάγκη να αναγνωρίζουμε τα όρια ακόμη και όταν δεν φωνάζουν.

Κοινοποίηση
©Oswin
©Oswin
Κοινοποίηση

Το Όχι το έφεραν στο δικαστήριο ένα βροχερό πρωινό του Νοέμβρη με τα χέρια δεμένα πίσω από τη πλάτη και το κεφάλι χαμηλωμένο σαν άνθρωπο που είχε καταδικαστεί πολύ πριν ακουστεί η κατηγορία του. 

Ήταν μικρόσωμο, σχεδόν ισχνό, με πρόσωπο χλωμό από την αγρύπνια και δυο βαθιές σκιές κάτω από τα μάτια. Τίποτε επάνω του δεν θύμιζε εκείνο το αλύγιστο Όχι που οι άνθρωποι αγαπούν να φαντάζονται, μια λέξη όρθια σαν τείχος, με καθαρή φωνή και χέρι υψωμένο απέναντι στον κίνδυνο. Αυτό εδώ έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο που είχε περάσει ολόκληρη τη νύχτα κρυμμένος πίσω από μια κλειστή πόρτα. Το πουκάμισό του ήταν τσαλακωμένο, τα χείλη του σκασμένα, μόνο τα μάτια του είχαν κάτι ανυπότακτο, όχι την ορμή εκείνου που πιστεύει πως θα νικήσει, αλλά την πεισματική θλίψη εκείνου που έχει κουραστεί να αποδεικνύει ότι υπήρξε. Όταν ο κλητήρας το οδήγησε στο εδώλιο, η αίθουσα αναδεύτηκε και μερικοί έγειραν μπροστά απογοητευμένοι. Περίμεναν, ίσως, να είναι ψηλότερο, να έχει γροθιές, σημάδια πάλης, κάποιο ορατό τεκμήριο της αντίστασής του. Περίμεναν, πάνω απ’ όλα, να μοιάζει αναμφισβήτητο.

Ο δικαστής κατέβασε τα γυαλιά του στη μύτη. Μπροστά του βρισκόταν ένας φάκελος τόσο ογκώδης, ώστε θα νόμιζε κανείς πως μέσα του χωρούσαν όλες οι αποχρώσεις της ανθρώπινης αλήθειας, ενώ στην πραγματικότητα περιείχε μονάχα όσα είχαν κατορθώσει να γίνουν ημερομηνίες, ώρες, προτάσεις και καταθέσεις. «Κατηγορούμενε», είπε, «γνωρίζεις γιατί βρίσκεσαι εδώ;» Το Όχι σήκωσε το κεφάλι. «Επειδή δεν με άκουσαν». Ο δικαστής συνοφρυώθηκε και ο εισαγγελέας σηκώθηκε για να διαβάσει την κατηγορία: το Όχι δεν είχε εμφανιστεί εγκαίρως, δεν είχε διατυπωθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια, δεν είχε συνοδευτεί από αρκετή αντίσταση, δεν είχε αφήσει πίσω του αποδείξεις ανάλογες προς τη σοβαρότητα όσων αργότερα ισχυρίστηκε πως σήμαινε. Κατηγορούνταν, με άλλα λόγια, ότι δεν είχε υπάρξει με τον σωστό τρόπο.

«Πού βρισκόσουν εκείνο το βράδυ;» ρώτησε ο εισαγγελέας. Το Όχι ακούμπησε τα δάχτυλα στον λαιμό του. «Εδώ… Στον λαιμό της; Ναι!». «Και γιατί δεν βγήκες;» Το Όχι κοίταξε προς το βάθος της αίθουσας, εκεί όπου η γυναίκα καθόταν ανάμεσα σε δύο άδειες καρέκλες, με τα χέρια ενωμένα στην αγκαλιά και τον αντίχειρα να χαϊδεύει ξανά και ξανά την άκρη ενός νυχιού, σαν να υπήρχε εκεί κάτι ελάχιστο που έπρεπε οπωσδήποτε να διορθώσει. Την κοίταξε με την παράξενη οικειότητα δύο πλασμάτων που είχαν κάποτε κρυφτεί το ένα μέσα στο άλλο. «Προσπάθησα», είπε. «Αλλά ο φόβος είχε βάλει το χέρι του πάνω στο στόμα μου». Ο εισαγγελέας άφησε μια μικρή παύση, σχεδόν ευγενική. «Ο φόβος δεν βρίσκεται εδώ για να καταθέσει». Το Όχι χαμογέλασε αχνά. «Ο φόβος δεν έρχεται συχνά στα δικαστήριά σας. Κι όμως βρίσκεται σχεδόν σε κάθε υπόθεση για την οποία με καλείτε να απολογηθώ».

Ο δικαστής το επέπληξε και το Όχι χαμήλωσε τα μάτια. Για λίγο ακούστηκε μόνο το ξύσιμο μιας πένας πάνω στο χαρτί. Ύστερα εξήγησε πως εκείνο το βράδυ είχε αρχίσει στον λαιμό της γυναίκας και είχε κατέβει στο στήθος της, είχε περάσει στα χέρια της και τα είχε κάνει βαριά, είχε φτάσει στα πόδια της και τα είχε καρφώσει στο στρώμα, έπειτα είχε ανέβει ξανά στα μάτια και τα είχε στρέψει προς μια ρωγμή στο ταβάνι, εκεί όπου το βλέμμα μπορούσε να φύγει όταν το σώμα δεν μπορούσε. Είχε υπάρξει μέσα στο «είμαι κουρασμένη», στο χέρι που απομάκρυνε ένα άλλο χέρι, στην ακαμψία που ακολούθησε. «Δεν ήμουν λιγότερο Όχι επειδή δεν κατάφερα να γίνω κραυγή», είπε. «Ήμουν ένα Όχι τρομαγμένο».

Ο εισαγγελέας γύρισε προς τους ενόρκους. «Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Αν ένα Όχι μπορεί να μη λέγεται, να μη φαίνεται καθαρά, να μη συνοδεύεται από αντίσταση, πώς περιμένετε από έναν άλλον άνθρωπο να το γνωρίζει;» Για πρώτη φορά το Όχι δεν απάντησε αμέσως. Η ερώτηση έμεινε για λίγο μέσα στην αίθουσα, και ήταν πιο επικίνδυνη από τις προηγούμενες ακριβώς επειδή ήταν πραγματική. Το Όχι κοίταξε τα δεμένα του χέρια. «Δεν περιμένω από κανέναν να διαβάζει σκέψεις», είπε τελικά. Ο εισαγγελέας ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι. «Τότε συμφωνούμε». «Όχι». Ένα μικρό γέλιο ακούστηκε κάπου στα έδρανα και έσβησε αμέσως. «Δεν ζητώ να μαντεύει», συνέχισε το Όχι. «Ζητώ, όταν δεν ξέρει, να μη θεωρεί την αβεβαιότητα άδεια. Ζητώ να μην ψάχνετε πάντοτε μέσα στο στόμα εκείνης που φοβήθηκε για να βρείτε αν ειπώθηκα, αλλά και μέσα στη στιγμή ανάμεσά τους, αν ρώτησε, αν πρόσεξε, αν σταμάτησε όταν το σώμα απέναντί του έπαψε να συμμετέχει».

«Η σιωπή», είπε ο εισαγγελέας, «παραμένει σιωπή. Δεν μπορούμε να της αποδίδουμε όποιο νόημα θέλουμε». Τότε το Όχι γέλασε, μία φορά, χωρίς χαρά. «Ακριβώς». Ο εισαγγελέας το κοίταξε. «Ακριβώς;». «Αν η σιωπή είναι αμφίσημη, γιατί τόσοι άνθρωποι τη μεταφράζουν τόσο εύκολα σε Ναι;» Η αίθουσα αναδεύτηκε. Το Όχι πλησίασε όσο του επέτρεπαν οι αλυσίδες. «Ξέρετε να διαβάζετε τη σιωπή παντού αλλού. Στην κηδεία ξέρετε ότι μπορεί να σημαίνει πένθος, στην εκκλησία τη λέτε δέος, όταν ένα παιδί σταματήσει ξαφνικά να απαντά από το διπλανό δωμάτιο, σηκώνεστε να δείτε τι έγινε, κι όταν ο άνθρωπος απέναντί σας σωπάσει και το πρόσωπό του αλλάξει, καταλαβαίνετε τουλάχιστον ότι κάτι συνέβη. Δεν χρειάζεται να ξέρετε αμέσως τι σημαίνει μια σιωπή. Αρκεί να θυμάστε ότι δεν σημαίνει αυτομάτως αυτό που σας βολεύει». Ο δικαστής κοίταξε το ρολόι του.

Έπειτα κάλεσαν ως μάρτυρα το Χθες. Ήταν ένας κομψός άντρας με άψογο κοστούμι και φωτογραφική μνήμη. Κατέθεσε πως η γυναίκα γνώριζε τον άντρα, πως είχαν βγει μαζί, πως του είχε χαμογελάσει, τον είχε φιλήσει, είχε κοιμηθεί μαζί του άλλη φορά. Σε κάθε φράση, μερικοί στο ακροατήριο έγερναν λίγο περισσότερο προς το μέρος του, γιατί το παρελθόν έχει αυτή την ύπουλη δύναμη: κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι μια πόρτα που άνοιξε κάποτε δεν δικαιούται πια να κλείσει. «Έχετε κάποια ένσταση;» ρώτησε ο δικαστής. Το Όχι χαμογέλασε θλιμμένα. «Το Χθες με μισεί». Ο δικαστής ανασήκωσε το βλέμμα. «Τι εννοείτε;» Το Όχι στράφηκε προς τον μάρτυρα. «Πάντα προσπαθεί να με σκοτώσει στο σήμερα!». Ύστερα στράφηκε προς ρο Χθες και είπε «Πες τους πως κάθε φιλί τελειώνει όταν τελειώνει, πως καμιά προηγούμενη επιθυμία δεν υπογράφει συμβόλαιο για την επόμενη». Το Χθες δεν απάντησε. Για πρώτη φορά από τότε που είχε ανέβει στο βήμα, κοίταξε τα παπούτσια του.

Ύστερα μπήκε η Σιωπή. Φορούσε μαύρο φόρεμα και είχε ένα πρόσωπο τόσο ήρεμο, ώστε έμοιαζε σχεδόν ένοχο. Τη ρώτησαν γιατί δεν είχε γίνει κραυγή, γιατί δεν είχε ξυπνήσει τους γείτονες, γιατί δεν είχε καλέσει βοήθεια. Η Σιωπή άκουσε υπομονετικά. «Δεν είμαι πάντοτε φόβος», είπε. Ο εισαγγελέας έγνεψε, σχεδόν ικανοποιημένος. «Άρα παραδέχεστε ότι μπορεί να σημαίνετε πολλά πράγματα». «Βεβαίως». «Και επομένως δεν αποτελείτε απόδειξη άρνησης». Η Σιωπή τον κοίταξε. «Ούτε συγκατάθεσης». Κανείς δεν μίλησε. Εκείνη έστρεψε το κεφάλι προς τη γυναίκα. «Μερικές φορές είμαι απλώς ο τρόπος με τον οποίο ένα σώμα περιμένει να περάσει ο κίνδυνος». «Παραμένετε αμφίσημη», επέμεινε ο εισαγγελέας. Η Σιωπή χαμογέλασε. «Ναι. Γι’ αυτό ακριβώς δεν θα έπρεπε ποτέ να με μεταχειρίζεστε ως Ναι». Η φράση έμεινε μετέωρη και το Όχι σήκωσε τα μάτια προς εκείνη, ήταν η πρώτη φορά εκείνη τη μέρα που έδειξε να μην αισθάνεται εντελώς μόνο.

Τελευταία κατέθεσε η γυναίκα. Προχώρησε μέχρι το βήμα χωρίς να κλαίει. Ένας άντρας στην τελευταία σειρά σταύρωσε τα χέρια του και μια γυναίκα δίπλα του έσκυψε σαν να επρόκειτο να ψιθυρίσει κάτι, ύστερα άλλαξε γνώμη. Τη ρώτησαν γιατί πήγε μαζί του, πόσο είχε πιει, γιατί δεν έφυγε, γιατί δεν πάλεψε, γιατί άργησε να μιλήσει, γιατί θυμόταν κάποια πράγματα και άλλα όχι. Οι ερωτήσεις έπεφταν η μία πάνω στην άλλη, ώσπου η δίκη έπαψε να μοιάζει με εξέταση ενός γεγονότος και άρχισε να θυμίζει εξέταση της ίδιας, σαν να είχε ανοίξει το σώμα της πάνω στο τραπέζι και να έψαχναν μέσα του όχι για το τραύμα αλλά για το ελάττωμα που θα το εξηγούσε.

Κάποια στιγμή ο εισαγγελέας πλησίασε. «Θέλω μια απλή απάντηση. Είπατε τη λέξη “όχι”;» Η γυναίκα κοίταξε το Όχι στο εδώλιο, άνοιξε το στόμα και το ξανάκλεισε. «Δεν ξέρω αν βγήκε από το στόμα μου». Μια ανεπαίσθητη μεταβολή πέρασε από την αίθουσα, όχι ακριβώς θόρυβος αλλά κάτι πιο κοντά σε ανακούφιση, εκείνη τη βαθιά ανακούφιση που φέρνει μερικές φορές η αμφιβολία, όταν επιτρέπει στους ανθρώπους να πιστέψουν πως δεν χρειάζεται πια να καταλάβουν. «Ακούσατε», είπε ο εισαγγελέας. «Ούτε η ίδια δεν γνωρίζει αν σας είπε».

Το Όχι σηκώθηκε. Δεν φώναξε. «Δεν ξέρω αν με είπε», απάντησε. «Ξέρω όμως ότι υπήρχα». Ο δικαστής έκανε να μιλήσει, αλλά σταμάτησε. «Δεν γεννήθηκα μαζί με τη λέξη μου. Υπήρχα πριν από τη γλώσσα. Υπάρχω όταν η θέληση αποσύρεται, όταν η επιθυμία σβήνει, όταν ένα χέρι απομακρύνει ένα άλλο, όταν το σώμα κλείνεται, όταν εκείνος που πριν συμμετείχε παύει να συμμετέχει». Κοίταξε προς το μέρος των ενόρκων. «Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος μπορεί πάντοτε να με αναγνωρίσει. Σημαίνει όμως ότι όταν δεν είναι βέβαιος, δεν δικαιούται να με εξαφανίζει». Ο εισαγγελέας σηκώθηκε. «Και πού ακριβώς βρίσκεται το όριο;» Το Όχι τον κοίταξε, κι αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε. «Εκεί όπου αρχίζει η αβεβαιότητα του άλλου και τελειώνει η βεβαιότητα η δική σου». Ο δικαστής χτύπησε το σφυρί. Το Όχι κάθισε και τα χέρια του έτρεμαν.

Η απόφαση ανακοινώθηκε αργά το απόγευμα. Έξω είχε σταματήσει η βροχή, μα τα παράθυρα κρατούσαν ακόμη επάνω τους τις σταγόνες και ένας κλητήρας άναψε τα φώτα πριν σκοτεινιάσει εντελώς. Το δικαστήριο έκρινε ότι το Όχι δεν είχε αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας την παρουσία του, είχε υπάρξει ίσως, αλλά όχι αρκετά καθαρά, είχε καθυστερήσει, δεν είχε αντισταθεί όπως αναμενόταν, δεν είχε αφήσει αρκετά σημάδια, δεν είχε ειπωθεί με εκείνη την αδιαμφισβήτητη καθαρότητα που απαιτούσε η αίθουσα από όσους είχαν την ατυχία να φοβηθούν. Η ποινή ήταν θάνατος.

Οι φρουροί πλησίασαν και το Όχι δεν αντιστάθηκε. Ήταν εξαντλημένο από μια ζωή κατά την οποία του ζητούσαν να αποδεικνύει διαρκώς ότι υπήρξε. Προτού το πάρουν, στράφηκε προς τη γυναίκα, εκείνη είχε σηκωθεί όρθια. Της χαμογέλασε σχεδόν τρυφερά, σαν παλιός σύντροφος που ήξερε ότι είχε αποτύχει όχι επειδή δεν προσπάθησε να τη σώσει, αλλά επειδή ο κόσμος είχε μάθει να αναγνωρίζει την ύπαρξή του μόνο όταν εμφανιζόταν οπλισμένο. Ύστερα κοίταξε την αίθουσα. «Δεν με σκοτώνετε επειδή δεν ειπώθηκα», είπε και περίμενε ώσπου ακόμη και το τελευταίο ψιθύρισμα έσβησε. «Με σκοτώνετε επειδή σας βολεύει να πιστεύετε πως ό,τι δεν ακούσατε δεν υπήρξε».

Και τότε συνέβη κάτι που δεν καταγράφηκε στα πρακτικά. Από τα έδρανα σηκώθηκαν αθόρυβα δεκάδες άλλα Όχι. Κανείς δεν είχε προσέξει πότε είχαν μπει. Ίσως βρίσκονταν εκεί από την αρχή, ανακατεμένα με το ακροατήριο, τόσο συνηθισμένα στην αορατότητα ώστε κανένα βλέμμα δεν είχε σταθεί επάνω τους. Άλλα ήταν γερασμένα, άλλα σχεδόν παιδιά, άλλα κρατούσαν τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το σώμα τους. Κάποια είχαν μιλήσει πολύ αργά, κάποια πολύ χαμηλά, κάποια δεν είχαν κατορθώσει ποτέ να γίνουν λέξη, είχαν υπάρξει μόνο σαν χέρι που τραβήχτηκε, σαν βλέμμα που έσβησε, σαν σώμα που έπαψε ξαφνικά να συμμετέχει στον ίδιο του τον εαυτό. Καθώς οι φρουροί οδηγούσαν το καταδικασμένο Όχι ανάμεσά τους, εκείνα δεν φώναξαν ούτε εξεγέρθηκαν, έκαναν μονάχα στην άκρη για να του ανοίξουν δρόμο και ύστερα έμειναν όρθια, το ένα δίπλα στο άλλο, μέσα σε μια σιωπή τόσο πυκνή, ώστε για πρώτη φορά κανείς στην αίθουσα δεν μπορούσε να προσποιηθεί ότι δεν σήμαινε τίποτε.

Η πόρτα έκλεισε πίσω του και για λίγη ώρα κανείς δεν μίλησε. Ύστερα ο γραμματέας έσκυψε στα πρακτικά και, με την ψυχρή ακρίβεια που απαιτούσε το επάγγελμά του, συμπλήρωσε την τελευταία γραμμή της υπόθεσης: «Ο καταδικασθείς οδηγήθηκε στην εκτέλεση της ποινής χωρίς να προβάλει αντίσταση». Ο δικαστής διάβασε τη φράση, έγνεψε και υπέγραψε. Κανείς δεν παρατήρησε την ειρωνεία. Είχαν περάσει ολόκληρη τη μέρα απαιτώντας από το Όχι να αποδείξει την ύπαρξή του αντιστεκόμενο, κι ακόμη και τώρα, την ώρα που το οδηγούσαν στον θάνατο, η απουσία αντίστασης καταγραφόταν ως κάτι αυτονόητο, κάτι που δεν χρειαζόταν ερμηνεία, φόβο ή εξήγηση.

Κάτω από την τελευταία γραμμή ο γραμματέας άφησε λίγο κενό, φύσηξε το μελάνι και έκλεισε τον φάκελο.

Υπόθεση περατωθείσα.


Διαβάστε επίσης...