
Μια γυναίκα αποφασίζει να σπάσει τη σιωπή της. Επιλέγει ένα ελεύθερο, ανώνυμο μέσο έκφρασης —όπως το Indymedia— για να καταγγείλει μια βιαστική παραβίαση, ένα βίαιο γεγονός που της διέλυσε τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα. Και τι κάνει η δημόσια σφαίρα, η ψηφιακή αρένα και οι αυτόκλητοι «δικαστές» του πληκτρολογίου; Αντί να αφουγκραστούν την ουσία, αντί να σταθούν δίπλα στο θύμα, μετατρέπονται σε... φιλολόγους και υφολογικούς αναλυτές.
Ξεκινά, λοιπόν, η γνωστή, αποκρουστική παράσταση: «Μα είναι δυνατόν να τα έγραψε έτσι;», «Έτσι εκφράζεται μια γυναίκα που μόλις τη βίασαν;», «Πολύ επιτηδευμένο το ύφος», «Πολύ πολιτικοποιημένη η γλώσσα», «Κάτι δεν κολλάει στα συντακτικά μέσα».
Αυτή η τάση να υποβάλλεται μια καταγγελία βιασμού σε λογοτεχνική κριτική, να αναλύονται τα συντακτικά σχήματα, το λεξιλόγιο και οι εκφραστικοί τρόποι της επιζώσας είναι η πιο εκλεπτυσμένη, κυνική και επικίνδυνη μορφή victim blaming (αποδιοπομπής του θύματος) και πατριαρχικής συγκάλυψης.
Γλωσσική αστυνόμευση
Για να γίνει πιστευτή μια γυναίκα που καταγγέλλει βιασμό, πρέπει να χωρέσει σε ένα πολύ συγκεκριμένο, στερεοτυπικό καλούπι: οφείλει να είναι συντριμμένη αλλά όχι παράλογη, να κλαίει αλλά να μην υστεριάζει, να θυμάται τα πάντα με ακρίβεια αλλά να μην ακούγεται χειριστική, και κυρίως, όταν γράφει, να χρησιμοποιεί τη γλωσσική «νόρμα». Αν η αφήγηση του τραύματος ξεφεύγει από αυτή την προσδοκία —αν είναι υπερβολικά λιτή, αν είναι έντονα συναισθηματική, αν χρησιμοποιεί πολιτική ορολογία ή αν, αντίθετα, είναι επεξεργασμένη και δομημένη— ενεργοποιείται αμέσως ο μηχανισμός της καχυποψίας.
Η «ανάλυση κειμένου» πάνω στην καταγγελία μιας γυναίκας είναι η έσχατη προσπάθεια της πατριαρχικής δομής να ελέγξει το αφήγημα. Όταν δεν μπορούν να καταρρίψουν το ίδιο το γεγονός, επιτίθενται στο μέσο. Αναρωτιούνται αν τα εκφραστικά μέσα «ταιριάζουν» σε μια βιασμένη γυναίκα, λες και υπάρχει κάποιο καθολικό εγχειρίδιο γλωσσικών κανόνων και εκφραστικών μέσων για το πώς αποτυπώνεται το έμφυλο τραύμα με λέξεις.
Φιλολογικός σαδισμός
Η καταφυγή σε μια αμιγώς κείμενο-κεντρική ανάλυση απέναντι σε μια τέτοια καταγγελία δεν συμβαίνει τυχαία, αλλά υπηρετεί πολύ συγκεκριμένους αμυντικούς μηχανισμούς. Πρώτον, τροφοδοτεί την άρνηση της πραγματικότητας: για τον μέσο άνδρα και μια συντηρητική κοινωνία, η παραδοχή ότι ένας βιασμός συνέβη ανάμεσά μας, ενδεχομένως από έναν «γνωστό» ή «φίλο», προκαλεί αφόρητη γνωστική ασυμφωνία, κι έτσι η αμφισβήτηση της γνησιότητας του κειμένου προσφέρει τη βολική ψευδαίσθηση πως η καταγγελία είναι απλώς ένα κατασκευασμένο αφήγημα.
Παράλληλα, επιτυγχάνεται η πλήρης μετατόπιση της συζήτησης. Αντί η προσοχή να εστιάσει στον θύτη, τη συναίνεση, τη δομική έμφυλη βία και την κουλτούρα του βιασμού, ο δημόσιος διάλογος βουλιάζει κάτω από τόνους υφολογικής αξιολόγησης του αν η παράγραφος περιέχει «υπερβολικά επιθετικά σχήματα». Τέλος, η ίδια η άσκηση ελέγχου πάνω στη γλώσσα συνιστά άσκηση εξουσίας. Ορίζοντας αυθαίρετα τι συνιστά «έγκυρη» καταγγελία και τι «ύποπτο κείμενο», η κοινωνία αφαιρεί βίαια από το θύμα την κυριότητα του βιώματος και της φωνής του.
Αρκετά με τους αυτόκλητους «κριτικούς λογοτεχνίας»
Όταν μια γυναίκα καταγγέλλει έναν βιασμό, η αφήγησή της δεν αποτελεί φιλολογικό κείμενο προς αξιολόγηση ούτε γραπτή δοκιμασία που οφείλει να πληροί τα κριτήρια πειστικότητας ενός διαδικτυακού αναγνωστικού κοινού. Μια καταγγελία αποτελεί μαρτυρία μιας βίαιης εμπειρίας και του τραύματος που αυτή μπορεί να έχει προκαλέσει.
Το τραύμα δεν υπακούει στους κανόνες της γραμματικής, ούτε στους κανόνες της κλασικής αφήγησης. Μια γυναίκα που έχει υποστεί βιασμό μπορεί να αποτυπώσει τη βία που βίωσε με χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους.
Μπορεί να γράψει ένα οργισμένο, ασύντακτο μανιφέστο.
Μπορεί να γράψει ένα ψυχρό, αποστασιοποιημένο χρονικό —ως μηχανισμό αμυντικής αποσύνδεσης (dissociation) για να αντέξει την αναβίωση.
Μπορεί να χρησιμοποιήσει πολιτικό λεξιλόγιο επειδή μέσα από την πολιτική ανάλυση προσπαθεί να δώσει νόημα στο παράλογο της βίας που υπέστη.
Μπορεί να ξαναγράψει το κείμενό της δέκα φορές μέχρι να βρει τις λέξεις που δεν την διαλύουν.
Η ουσιαστική απάντηση δεν είναι η φιλολογική ή υφολογική «ανάκριση» της μαρτυρίας, αλλά η ακρόαση, η προστασία της αξιοπρέπειας του καταγγέλλοντος προσώπου, η θεσμική διερεύνηση και η απαίτηση λογοδοσίας.
Η δικαιοσύνη δεν προϋποθέτει την αισθητική αρτιότητα μιας αφήγησης· προϋποθέτει διαδικασίες ικανές να διερευνούν καταγγελίες χωρίς να μετατρέπουν το θύμα σε κατηγορούμενο.
Tο πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το πώς γράφτηκε η καταγγελία. Το πρόβλημα ήταν, είναι και παραμένει ο βιασμός.
Όσο οι άνδρες συνεχίζουν να κάνουν «αναλύσεις κειμένου» στις κραυγές των θυμάτων, τόσο επιβεβαιώνουνε ότι είναι όλοι στο ίδιο τσουβάλι.
Στο τσουβάλι της πατριαρχίας.

