← Πίσω στις Γνώμες
ΠΟΛΙΤΙΚΗΚΟΙΝΩΝΙΑΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ & ΙΣΟΤΗΤΑΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

Οι Καθαροί

Ένα σκοτεινό κοινωνικό διήγημα για έναν άνθρωπο που παρασύρεται από το μίσος και την προπαγάνδα ενός αυταρχικού καθεστώτος, μέχρι τη στιγμή που ο μηχανισμός που στήριξε στρέφεται εναντίον του.

Κοινοποίηση
©Oswin
©Oswin
Κοινοποίηση


Ο Μάρκος δεν θυμόταν πότε ακριβώς είχε αρχίσει να μισεί, γιατί το μίσος δεν είχε εισβάλει στη ζωή του σαν συμφορά, ούτε είχε έρθει με θόρυβο, με σημαίες ή κραυγές, είχε φωλιάσει μέσα του αργά, σχεδόν αθόρυβα, όπως η υγρασία που ποτίζει έναν τοίχο χωρίς να την προσέχεις ώσπου μια μέρα ακουμπάς το χέρι σου πάνω του και νιώθεις ολόκληρο το σπίτι σαπισμένο. Είχε χάσει τη δουλειά του στα σαράντα έξι, ένα πρωί του Φλεβάρη, όταν βρήκε το συνεργείο κλειδωμένο, την καγκελόπορτα δεμένη με αλυσίδα και ένα λευκό χαρτί κολλημένο στραβά στο τζάμι, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς υπογραφή, χωρίς καν εκείνη την τυπική ευγένεια που συνοδεύει συνήθως την καταστροφή των άλλων. Ύστερα ήρθαν οι λογαριασμοί, η τράπεζα, τα χρέη, η γυναίκα του που κουράστηκε να κοιμάται δίπλα σ’ έναν άνθρωπο που κάθε βράδυ αναζητούσε κάποιον τρίτο για να του φορτώσει όσα δεν μπορούσε να αντέξει για τον εαυτό του, και τέλος ο γιος του, που άρχισε να τηλεφωνεί όλο και πιο αραιά, όχι από θυμό αλλά από εκείνη την απόσταση που είναι συχνά χειρότερη, γιατί δεν απαιτεί τίποτα και δεν προσφέρει τίποτα πίσω.

Τότε εμφανίστηκαν εκείνοι που ήξεραν. Ήξεραν ποιος έφταιγε, ποιος του είχε πάρει τη δουλειά, ποιος είχε μικρύνει τον μισθό του, ποιος είχε κάνει τη ζωή του φτωχότερη, ποιος είχε διαλύσει την οικογένειά του, ποιος είχε μετατρέψει το σπίτι του σε δωμάτιο όπου ακούγονταν μόνο η τηλεόραση και το βουητό του ψυγείου. Αυτό ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο δώρο τους: όχι η λύση, αλλά ο ένοχος. Ο Άρης Βέλιος μιλούσε κάθε βράδυ από την οθόνη με εκείνη τη βραχνή, κουρασμένη φωνή που δεν έμοιαζε να εκφωνεί πολιτικό λόγο αλλά να ψιθυρίζει μιαν αλήθεια που όλοι γνώριζαν και κανείς ως τότε δεν τολμούσε να πει. «Δεν απέτυχες εσύ», έλεγε. «Σε πρόδωσαν». Και ο Μάρκος, καθισμένος με το φτηνό ποτήρι του στο χέρι και το τασάκι γεμάτο μέχρι το χείλος, ένιωθε κάτι μέσα του να χαλαρώνει, όχι επειδή η ζωή του γινόταν καλύτερη, αλλά επειδή το βάρος της έπαυε να είναι δικό του. Οι ξένοι έφταιγαν που δούλευαν φτηνότερα, οι πρόσφυγες που δήθεν έπαιρναν όσα στερούνταν οι ντόπιοι, οι ομοφυλόφιλοι που τάχα προκαλούσαν, οι διανοούμενοι που περιφρονούσαν τον λαό, οι δημοσιογράφοι που έκρυβαν την αλήθεια, οι δάσκαλοι που διέφθειραν τα παιδιά, οι καλλιτέχνες, οι άνεργοι, οι άθεοι, οι περίεργοι, οι ανεπιθύμητοι, όσοι μιλούσαν διαφορετικά, αγαπούσαν διαφορετικά, προσεύχονταν αλλιώς ή δεν προσεύχονταν καθόλου. Η λίστα μεγάλωνε νύχτα με τη νύχτα, κι όσο περισσότεροι γίνονταν οι ένοχοι τόσο αθωότερος ένιωθε εκείνος.

Το Κίνημα κέρδισε τις εκλογές τρία χρόνια αργότερα, χωρίς τανκς, χωρίς πυροβολισμούς, χωρίς στρατιώτες στις λεωφόρους, οι άνθρωποι πήγαν μόνοι τους στις κάλπες, ντυμένοι καθαρά, κρατώντας παιδιά από το χέρι, και το βράδυ οι πλατείες πλημμύρισαν σημαίες, καπνούς, τραγούδια και πρόσωπα κατακόκκινα από συγκίνηση. Ο Μάρκος βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος, στριμωγμένος ανάμεσα σε σώματα που ίδρωναν, γελούσαν και κραύγαζαν την ίδια λέξη ξανά και ξανά μέχρι που η λέξη έπαψε να σημαίνει κάτι και έγινε ρυθμός, χτύπος, βεβαιότητα: πατρίδα, πατρίδα, πατρίδα. Κάποιος τού φόρεσε ένα μαύρο περιβραχιόνιο και εκείνος το κοίταξε σχεδόν με ευγνωμοσύνη, γιατί για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια ένιωθε πως ανήκε κάπου, πως δεν ήταν πια ο αποτυχημένος εργάτης, ο χρεωμένος πατέρας, ο εγκαταλειμμένος σύζυγος, αλλά μέρος ενός σώματος μεγαλύτερου από τον ίδιο, ενός σώματος που δεν αμφέβαλλε ποτέ και δεν ζητούσε συγγνώμη για τίποτα.

Την πρώτη εβδομάδα έκλεισαν έναν τηλεοπτικό σταθμό και ο Μάρκος είπε πως δηλητηρίαζε τον κόσμο. Λίγες μέρες αργότερα συνέλαβαν δημοσιογράφους και εκείνος είπε πως κάτι θα ήξεραν. Ύστερα απαγορεύτηκε μια πορεία και ο Μάρκος είπε πως τέτοια πράγματα δεν χρειάζονται στους δρόμους. Ύστερα άρχισαν οι νυχτερινές επιχειρήσεις στις συνοικίες των μεταναστών, από την οθόνη είδε γυναίκες να κατεβαίνουν σκάλες κρατώντας πλαστικές σακούλες, άντρες με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη, παιδιά ξυπόλυτα ή μισοντυμένα που είχαν ξυπνήσει πριν από την αυγή και κοιτούσαν τις κάμερες χωρίς να καταλαβαίνουν τι ακριβώς τους καταλόγιζε ο κόσμος των ενηλίκων. Ο Μάρκος άλλαξε κανάλι, όχι επειδή λυπήθηκε, όπως θα έλεγε αργότερα στον εαυτό του, αλλά επειδή εκείνα τα παιδικά βλέμματα άνοιγαν για λίγο μια ρωγμή στην τάξη των πραγμάτων και η αμφιβολία, ακόμα και μικρή, είχε ήδη γίνει κάτι σχεδόν άσεμνο.

Η πόλη καθάρισε γρήγορα. Έτσι έλεγαν. Καθάρισαν οι τοίχοι από συνθήματα, οι πλατείες από διαδηλωτές, τα πανεπιστήμια από ενοχλητικές φωνές, οι εφημερίδες από άρθρα που δεν συμφωνούσαν, οι υπηρεσίες από υπαλλήλους που θεωρούνταν ανεπαρκώς πιστοί, και παντού άρχισε να επαναλαμβάνεται η ίδια λέξη, καθαρότητα, σαν να ήταν αρετή και όχι προειδοποίηση. ΚΑΘΑΡΗ ΧΩΡΑ, ΚΑΘΑΡΟΣ ΛΑΟΣ, ΚΑΘΑΡΟ ΜΕΛΛΟΝ έγραφαν οι αφίσες, όμως ο Μάρκος δεν είχε αναρωτηθεί ποτέ τι ακριβώς σήμαινε μια καθαρή κοινωνία ούτε τι έπρεπε να συμβεί σε όσους κάποιος άλλος χαρακτήριζε βρόμικους. Όταν μειώθηκαν οι μισθοί, σιώπησε. Όταν καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις, είπε πως ήταν αναγκαίο. Όταν ένας συνάδελφός του διαμαρτυρήθηκε για τα δωδεκάωρα και την επόμενη μέρα δεν ξαναφάνηκε στη δουλειά, κανείς δεν ρώτησε πολλά, ο Μάρκος μόνο ψιθύρισε τη φράση που είχαν μάθει όλοι να χρησιμοποιούν, γιατί έκλεινε όλες τις πόρτες της σκέψης χωρίς να χρειάζεται επιχειρήματα: κάτι θα είχε κάνει.

Ένα βράδυ, λίγο μετά τις έντεκα, χτύπησαν τη δική του πόρτα. Τρεις άντρες με γκρι στολές μπήκαν στο σπίτι και ο επικεφαλής άνοιξε έναν ηλεκτρονικό φάκελο. Ρώτησε το όνομά του, το όνομα της μητέρας του, τον τόπο γέννησης της γιαγιάς του, κι όταν ο Μάρκος απάντησε «Βάρνα» γέλασε σχεδόν αυθόρμητα, σαν να περίμενε ο άλλος να συμμεριστεί την αστειότητα της ερώτησης. Ο άντρας όμως δεν γέλασε. «Θα μας ακολουθήσετε για διευκρινίσεις», είπε, κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Μάρκος ένιωσε για πρώτη φορά το κρύο βάρος του φόβου, όχι ακόμη ως τρόμο αλλά σαν μια σκιά που είχε πέσει ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο. Έδειξε το μαύρο περιβραχιόνιο που κρεμόταν ακόμη δίπλα στην είσοδο. «Είμαι μέλος», είπε. Ο αξιωματικός το κοίταξε αδιάφορα. «Δεν εξετάζουμε τις πεποιθήσεις σας». «Μα είμαι μαζί σας». «Δεν αμφισβητήθηκε αυτό». «Τότε τι αμφισβητείται;» ρώτησε ο Μάρκος. Ο άντρας έκλεισε τον φάκελο. «Η καταγωγή σας».

Στο Κέντρο Ταυτοποίησης τον έκλεισαν σ’ έναν θάλαμο με δεκαέξι ανθρώπους: έναν συνταξιούχο καθηγητή, έναν οικοδόμο από την Αλβανία, μια γυναίκα που είχε συλληφθεί για παράνομη συμβίωση με άλλη γυναίκα, έναν πρώην αστυνομικό, έναν ηλικιωμένο ιερέα και τον Στέλιο, τον παλιό του φίλο, εκείνον που χρόνια πριν του είχε πει πως η εξουσία που μαθαίνει να αφαιρεί δικαιώματα από έναν άνθρωπο δεν σταματά επειδή εσύ της το ζητάς. Είχαν τσακωθεί άσχημα τότε, ο Μάρκος τον είχε αποκαλέσει φοβισμένο, προδότη, άνθρωπο χωρίς πατρίδα. Τώρα κάθονταν αντικριστά κάτω από το λευκό φως που δεν άφηνε πουθενά σκιά να κρυφτεί. «Γιατί σε πήραν;» ρώτησε ο Μάρκος. «Ο αδελφός μου είναι γκέι», απάντησε ο Στέλιος. «Κι εσένα;» Ο Μάρκος δίστασε πριν πει πως η γιαγιά του είχε γεννηθεί στη Βουλγαρία. Ο Στέλιος δεν σχολίασε, τον κοίταξε μόνο, κι αυτό το βλέμμα ήταν βαρύτερο από κάθε ειρωνεία.

Εκείνο το βράδυ άρχισαν να ακούγονται ονόματα από τον διάδρομο. Η πόρτα άνοιγε, ένας άνθρωπος σηκωνόταν, βήματα απομακρύνονταν και ύστερα τίποτα. Στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα φώναξαν τον Αμίρ, έναν μάγειρα από το Πακιστάν που είχε μιλήσει ελάχιστα όλη μέρα. Πριν βγει, έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό κόκκινο αυτοκινητάκι και το άφησε πάνω στο κρεβάτι. «Αν βγει κάποιος», είπε, «είναι του γιου μου». Ο Μάρκος κοίταζε για πολλή ώρα εκείνο το φτηνό, γδαρμένο παιχνίδι και αισθάνθηκε κάτι μέσα του να σπάει με τρόπο ταπεινό, σχεδόν γελοίο. Ο Αμίρ δεν ήταν πια μία από τις λέξεις που άκουγε τόσα χρόνια στην τηλεόραση, δεν ήταν «ξένος», δεν ήταν «παράνομος», δεν ήταν «εισβολέας». Ήταν ένας πατέρας που είχε ένα παιδί και κρατούσε στην τσέπη του το παιχνίδι του. Τόσο λίγο χρειαζόταν τελικά για να ξαναγίνει ένας άνθρωπος άνθρωπος, και αυτό ακριβώς ήταν που τρόμαξε περισσότερο τον Μάρκο: όχι η αποκάλυψη, αλλά το πόσο αργά είχε έρθει.

Το επόμενο πρωί τους έβγαλαν στην αυλή, όπου πάνω στον εξωτερικό τοίχο είχε τοποθετηθεί ένα καινούργιο σύνθημα: Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ. Ο Μάρκος το διάβασε ξανά και ξανά μέχρι που οι λέξεις έχασαν τα περιγράμματά τους και τότε κατάλαβε για πρώτη φορά τι ακριβώς είχε αγαπήσει τόσα χρόνια. Δεν είχε αγαπήσει την πατρίδα, ούτε την τάξη, ούτε καν τον ηγέτη που γέμιζε τις οθόνες. Είχε αγαπήσει την ανακούφιση του να υπάρχει κάποιος χαμηλότερα από εκείνον, κάποιος φτωχότερος, πιο ξένος, πιο μόνος, πιο εύκολος να περιφρονηθεί, και όσο υπήρχε εκείνος ο άνθρωπος από κάτω, ο Μάρκος μπορούσε να πιστεύει ότι ο ίδιος δεν είχε πέσει ακόμη. Αυτό ήταν το εμπόρευμα που του είχαν πουλήσει από την αρχή, όχι αξιοπρέπεια αλλά ιεραρχία, όχι ελπίδα αλλά το δικαίωμα να κοιτάζει κάποιον άλλο προς τα κάτω.

Το ίδιο βράδυ ο Βέλιος εμφανίστηκε στις οθόνες του Κέντρου και ανακοίνωσε πως η πρώτη φάση της εθνικής αναγέννησης είχε ολοκληρωθεί και ότι πλέον η χώρα έπρεπε να προχωρήσει στην εσωτερική εξυγίανση. Στην οθόνη άρχισαν να εμφανίζονται νέες κατηγορίες: χρόνια άνεργοι, οφειλέτες, άνθρωποι με χρόνιες παθήσεις, πολίτες χαμηλής παραγωγικότητας, οικογένειες ανεπαρκούς κοινωνικής συνεισφοράς. Ο Μάρκος χρωστούσε έντεκα χιλιάδες ευρώ και είχε μείνει άνεργος σχεδόν δύο χρόνια. Κοίταξε τη λίστα και τότε, με μια καθαρότητα που πονούσε, είδε ολόκληρη τη μηχανή. Κατάλαβε πως δεν υπήρχε τελευταία κατηγορία, δεν υπήρχε τελικό σύνορο, δεν υπήρχε ποτέ το σημείο όπου η κάθαρση θα τελείωνε και οι υπόλοιποι θα ζούσαν επιτέλους ασφαλείς. Η γραμμή μετακινούνταν κάθε φορά που τελείωναν οι άνθρωποι από την άλλη πλευρά της. Ο εχθρός δεν ήταν πρόσωπο, φυλή, θρησκεία ή τρόπος ζωής, ήταν μια κενή θέση που κάποιος έπρεπε πάντα να καταλαμβάνει για να εξακολουθεί η μηχανή να λειτουργεί. 

Τα χαράματα άνοιξε η πόρτα και ακούστηκε το όνομά του. Ο Μάρκος σηκώθηκε αργά, έχωσε στην τσέπη το μικρό κόκκινο αυτοκινητάκι του Αμίρ και βγήκε στον διάδρομο. Ένας νεαρός, δεν θα ήταν πάνω από είκοσι, σφουγγάριζε το πάτωμα φορώντας στο μπράτσο το ίδιο μαύρο περιβραχιόνιο που είχε φορέσει κι εκείνος πριν από χρόνια με τόση υπερηφάνεια. Ο νεαρός τον κοίταξε, είδε τις χειροπέδες και μισοχαμογέλασε. «Κάτι θα έκανες», είπε. Ο Μάρκος σταμάτησε. Ήθελε να του μιλήσει, να του πει πως κάποτε είχε σταθεί ακριβώς στη θέση του, πως είχε επαναλάβει την ίδια φράση, είχε χειροκροτήσει τις ίδιες συλλήψεις, είχε πιστέψει πως αν βοηθούσε να χτιστεί ο φράχτης αρκετά ψηλά θα έμενε για πάντα από τη σωστή πλευρά. Ήθελε να του πει ότι κανείς δεν μένει για πάντα από τη σωστή πλευρά ενός φράχτη όταν εκείνος που κρατά το κλειδί αποφασίζει μόνος του ποιος είναι μέσα και ποιος έξω. Όμως ο φρουρός τον έσπρωξε και η βαριά μεταλλική πόρτα άνοιξε μπροστά του.

Και τότε, στην τελευταία εκείνη στιγμή πριν περάσει στο σκοτάδι, ο Μάρκος κατάλαβε κάτι τόσο απλό ώστε σχεδόν τον έκανε να γελάσει: το τέρας δεν του είχε υποσχεθεί ποτέ ότι θα τον λυπηθεί. Του είχε υποσχεθεί μονάχα ότι, για λίγο, θα καταβροχθίζει άλλους πρώτα. Το υπόλοιπο το είχε φανταστεί μόνος του. 

Ο φρουρός τού έκανε ένα τελευταίο νεύμα «Προχώρα» και ο Μάρκος κατάλαβε πως δεν υπήρχε πια τίποτε να ρωτήσει. Ο Μάρκος έβγαλε αργά το μαύρο περιβραχιόνιο και το άφησε να πέσει στο τσιμέντο. Ύστερα στάθηκε ακίνητος, κοιτάζοντας το πρώτο φως να ανεβαίνει στον απέναντι τοίχο.

[Ακούγεται ο κρότος ενός πυροβολισμού. Ύστερα, απόλυτη σιωπή.]

 

 

Διαβάστε επίσης...