Υπάρχει μια βολική, σχεδόν ανακουφιστική αφήγηση που κυριαρχεί στους παραδοσιακούς αριστερούς και μαρξιστικούς κύκλους εδώ και δεκαετίες: «Οι πόλεμοι γίνονται αποκλειστικά για τα συμφέροντα των καπιταλιστών». Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, κάθε ένοπλη σύρραξη, κάθε βόμβα που πέφτει και κάθε σύνορο που επαναχαράσσεται, είναι το αποτέλεσμα μιας κυνικής συνωμοσίας στα διοικητικά συμβούλια πολυεθνικών, με σκοπό τον έλεγχο των πετρελαίων, του φυσικού αερίου ή των εμπορικών δρόμων. Είναι μια ανάλυση καθαρή, γραμμική και... τραγικά ελλιπής.
Η παραδοσιακή υλιστική οπτική —η εστίαση, δηλαδή, στην ταξική πάλη και τις σχέσεις παραγωγής ως την πρωταρχική μεταβλητή της ιστορίας— έχει προσφέρει ανεκτίμητα εργαλεία για την κατανόηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Ωστόσο, όταν η ανάλυση διολισθαίνει σε έναν άκαμπτο οικονομικό ντετερμινισμό, αδυνατεί να συλλάβει πώς οι πατριαρχικές και φυλετικές δομές αποτελούν αυτόνομες και προγενέστερες μορφές εξουσίας. Αν οι πόλεμοι γίνονταν αποκλειστικά για το κεφάλαιο, πώς εξηγούμε τις χιλιετίες αιματοχυσίας που προηγήθηκαν του καπιταλισμού; Ο καπιταλισμός, ως σύστημα, είναι μια σχετικά πρόσφατη ιστορική εφεύρεση, γεννημένη τον 16ο αιώνα. Ο πόλεμος, όμως, η συστηματική σφαγή και η κατάκτηση είναι πρακτικές πανάρχαιες. Η απάντηση για το τι πραγματικά τροφοδοτεί τη μηχανή του πολέμου δεν κρύβεται (μόνο) στους ισολογισμούς, αλλά στη μήτρα της καταπίεσης: την πατριαρχία.
Το πεδίο μάχης ως θέατρο της αρρενωπότητας
Για να κατανοήσουμε τον πόλεμο, πρέπει να αποδομήσουμε το ίδιο το υποκείμενο που τον διεξάγει. Οι πόλεμοι δε διεξάγονται από αφηρημένα «κράτη» ή απρόσωπες «αγορές». Σχεδιάζονται, κηρύσσονται και εκτελούνται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από άνδρες. Και ο βασικός κινητήριος μοχλός δεν είναι απλώς η απόκτηση πόρων, αλλά η ανάγκη επιβολής, η εδραίωση της κυριαρχίας, η απόδειξη της υπεροχής απέναντι σε άλλους άνδρες, η απόλαυση της υποταγής σε άλλους άνδρες, όλοι τους συμμορφωμένοι στους άγραφους νόμους της «αγέλης».
Όπως αναλύει η ερευνήτρια/συγγραφέας στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων και των Σπουδών Φύλου Julia Croce στο άρθρο της «Brotherhood in Tension: The Militarized Appropriation of Homosocialism and Homoeroticism» (2021), ο στρατός ως θεσμός λειτουργεί παράδοξα. Στο επίπεδο της μονάδας, παρατηρούνται ανοιχτές εκδηλώσεις αμοιβαίας φροντίδας και συναισθήματος (ομοκοινωνικότητα)*, αλλά και σωματικές ή σεξουαλικές εκδηλώσεις μεταξύ ανδρών (ομοερωτισμός) —όπως τελετουργικά καψονιών, γύμνια ή εκπλήρωση σεξουαλικών ορμών λόγω της συνύπαρξης σε περιορισμένο χώρο— οι οποίες αποσυνδέονται από τη γκέι ταυτότητα και παρουσιάζονται ως πλατωνικές ή αποστασιοποιημένες από το συναίσθημα. Παράλληλα, οι στρατιώτες εμπλέκονται σε «εκθηλυμένες» πρακτικές, όπως η απόλυτη υπακοή σε ανωτέρους, η καθαριότητα, η φροντίδα της εμφάνισης ή η αντικειμενοποίησή τους. Όπως τονίζει η Croce, οι συμπεριφορές αυτές δεν είναι εγγενώς «θηλυκές», αλλά κωδικοποιούνται ως τέτοιες εντός μιας πατριαρχικής δομής, επιβεβαιώνοντας ότι η οικειοποίησή τους από τον στρατό δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός, αλλά δομικό στοιχείο του ίδιου του στρατιωτικού θεσμού.
Επιπρόσθετα, όπως αναλύουν οι φεμινίστριες ερευνήτριες και ακτιβίστριες Cynthia Enloe και Cynthia Cockburn στο άρθρο τους «Militarism, Patriarchy and Peace Movements» (International Feminist Journal of Politics (2012), ο μιλιταρισμός και η διεξαγωγή του πολέμου στηρίζονται άμεσα στις κατασκευές της αρρενωπότητας και στις δομές της πατριαρχίας. Η Enloe επισημαίνει ότι «οι πόλεμοι (και η προετοιμασία για αυτούς) βασίζονται σε πολύ συγκεκριμένες μορφές αρρενωπότητας», όπως η «στρατιωτικοποιημένη αρρενωπότητα του μηχανικού όπλων, του ιδιώτη "ειδικού" εθνικής ασφάλειας, του σωβινιστή πολιτικού, των πατεράδων που παρακινούν τους γιους τους να καταταγούν και των ίδιων των μαχητών που κρατούν όπλα». Παράλληλα, τονίζεται ότι «η πατριαρχία είναι το σύστημα που συνδέει τις στρατιωτικοποιημένες θηλυκότητες με τις στρατιωτικοποιημένες αρρενωπότητες με τρόπο που διατηρεί την κυριαρχία ορισμένων τύπων αρρενωπότητας». Στο ίδιο πλαίσιο, η Cockburn υπογραμμίζει πως «το πατριαρχικό σύστημα της ανδρικής κυριαρχίας γεννά την πολεμική σκέψη και την πολεμική συνήθεια», ευνοώντας ιδιαίτερα μια «μαχητική, ελεγκτική μορφή αρρενωπότητας», ενώ η Enloe σημειώνει ότι οι άνδρες συχνά επιτηρούνται μεταξύ τους, καθώς φοβούνται «μήπως θεωρηθούν "μαλθακοί"» ή «εκθηλυνθούν στα μάτια άλλων ανδρών».
Βιασμοί κατά τη διάρκεια πολέμων
Το σημαντικότερο επιχείρημα που επιβεβαιώνει ότι η κινητήριος δύναμη των πολέμων είναι κατά βάση η πατριαρχία, είναι η συστηματική, θεσμοθετημένη χρήση του βιασμού ως όπλου πολέμου. Αν ο πόλεμος αφορούσε αποκλειστικά τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών, ο μαζικός βιασμός γυναικών δεν θα είχε καμία λογική/οικονομική χρησιμότητα. Όμως, εμφανίζεται σε κάθε σύγκρουση, ανεξαρτήτως εποχής, θρησκείας ή οικονομικού συστήματος. Ήδη από την εποχή του Ομήρου, συναντάμε την ανοιχτή θεσμοθέτηση της έμφυλης βίας ως πολεμικού εργαλείου επικράτησης και εκδίκησης. Στη Ραψωδία Β της Ιλιάδας (στ. 354–356), ο Νέστορας προτρέπει τους Αχαιούς να μην επιστρέψει κανείς στην πατρίδα, αν πρώτα δε βιάσει τη γυναίκα κάποιου Τρώα («τὼ μή τις πρὶν ἐπειγέσθω οἶκόνδε νέεσθαι / πρίν τινα πὰρ Τρώων ἀλόχῳ κατακοιμηθῆναι»).
Η Susan Brownmiller, στο εμβληματικό έργο της Against Our Will (1975), κατέρριψε τον μύθο ότι ο βιασμός εν καιρώ πολέμου είναι απλώς «παράπλευρη απώλεια» ή αποτέλεσμα απειθαρχίας στρατιωτών. Απέδειξε ότι πρόκειται για εργαλείο τρομοκρατίας και, κυρίως, για ένα μήνυμα προς τους άνδρες του κατακτημένου πληθυσμού: «Είμαστε πιο δυνατοί από εσάς, γιατί μπορούμε να βιάσουμε τις "δικές σας" γυναίκες, ενώ εσείς είστε ανίκανοι να τις προστατεύσετε». Η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως κτήμα και το σώμα της μετατρέπεται στο κατεξοχήν πεδίο όπου εγγράφεται η νίκη του ενός ανδρικού εγώ πάνω στο άλλο. Καμία μαρξιστική ανάλυση για την υπεραξία και τον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει αυτή τη σκοτεινή, έμφυλη φρικαλεότητα.
Ο καπιταλισμός ως υπο-προϊόν της πατριαρχίας
Αυτό μας φέρνει στο κρίσιμο ερώτημα της σχέσης μεταξύ των συστημάτων καταπίεσης. Συχνά ακούμε ότι πρέπει να καταστρέψουμε πρώτα τον καπιταλισμό και, ως δια μαγείας, οι έμφυλες ανισότητες θα λυθούν από μόνες τους. Πρόκειται για μια θεμελιώδη ιστορική και κοινωνιολογική πλάνη. Ο καπιταλισμός φτιάχτηκε εντός της πατριαρχίας. Η Silvia Federici στο Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα εξηγεί εξαιρετικά πώς η μετάβαση στον καπιταλισμό και η λεγόμενη «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου» δεν θα μπορούσαν να συμβούν χωρίς την απόλυτη υποδούλωση των γυναικών. Ο καπιταλισμός χρειάστηκε την απλήρωτη αναπαραγωγική εργασία των γυναικών (γέννηση και φροντίδα νέων εργατών, συντήρηση του νοικοκυριού) για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί την μισθωτή εργασία των ανδρών. Δεν εφηύρε την υποτίμηση των γυναικών· βρήκε το υπάρχον πατριαρχικό λογισμικό και το αναβάθμισε.
Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι χωρίς πατριαρχία δεν υπάρχει καπιταλισμός, αλλά χωρίς καπιταλισμό υπάρχει πατριαρχία. Είδαμε πατριαρχικά καθεστώτα σε δουλοκτητικές κοινωνίες, στη φεουδαρχία, ακόμα και σε ιστορικά πειράματα υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου τα μέσα παραγωγής κρατικοποιήθηκαν, αλλά οι άνδρες διατήρησαν την εξουσία (τόσο στο Κόμμα όσο και στο σπίτι) και οι διακρίσεις κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων ή τα παραδοσιακά έμφυλα πρότυπα παρέμειναν κραταιά. Το να ρίξουμε τον καπιταλισμό αφήνοντας άθικτη την πατριαρχία, σημαίνει απλώς ότι θα αλλάξουμε το οικονομικό μοντέλο μέσα από το οποίο οι κυρίαρχοι άνδρες θα συνεχίσουν να καταπιέζουν.
Το ιστορικό παράδοξο των «γυναικών στην εξουσία»
Η επιφανειακή επίκληση των ελάχιστων γυναικών ηγέτιδων —από τη Μεγάλη Αικατερίνη και την Μάργκαρετ Θάτσερ μέχρι την Άνγκελα Μέρκελ, την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τη Τζόρτζια Μελόνι ή ακόμα και την Ελένα Τσαουσέσκου— χρησιμοποιείται συχνά ως δήθεν «απόδειξη» ότι η εξουσία, ο αυταρχισμός και ο μιλιταρισμός είναι έμφυλα ουδέτερα φαινόμενα. Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, συγχέει σκοπίμως το βιολογικό φύλο των δρώντων υποκειμένων με τις δομικές λειτουργίες του πατριαρχικού συστήματος. Η πατριαρχία δεν είναι απλώς ένα άθροισμα ανδρών σε θέσεις εξουσίας, αλλά ένα θεσμικό και ιδεολογικό σύστημα που καθορίζει τους όρους με τους οποίους η εξουσία αποκτάται, ασκείται και νομιμοποιείται. Για να επιβιώσει και να κυριαρχήσει οποιοδήποτε άτομο εντός αυτού του πλαισίου —ανεξαρτήτως φύλου— υποχρεούται να υιοθετήσει και να αναπαραγάγει τις πατριαρχικές επιταγές.
Όπως έχει αναλύσει η φεμινιστική θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, οι γυναίκες που ανέρχονται στα ύπατα αξιώματα της κρατικής ή αυτοκρατορικής μηχανής συχνά καλούνται να επιδείξουν υπερ-προσαρμογή στους κανόνες της ηγεμονικής αρρενωπότητας. Η Θάτσερ δεν διεξήγαγε τον πόλεμο των Φώκλαντ αμφισβητώντας το έμφυλο status quo, αλλά επιβεβαιώνοντας στον απόλυτο βαθμό το μοντέλο του «σιδηρού», αδιάλλακτου και μιλιταριστή ηγέτη. το ίδιο ακριβώς μοτίβο, η Τανσού Τσιλέρ στην Τουρκία της δεκαετίας του '90 δεν λειτούργησε ως δύναμη εκσυγχρονισμού ή ειρήνευσης, αλλά ταυτίστηκε πλήρως με το βαθύ στρατιωτικό κράτος, κλιμακώνοντας τις βίαιες κατασταλτικές επιχειρήσεις στη νοτιοανατολική χώρα.
Παρόμοια, η Τζόρτζια Μελόνι εργαλειοποιεί την έμφυλη ταυτότητά της («είμαι γυναίκα, μητέρα, Χριστιανή») για να ξεπλύνει και να επιβάλει μια σκληρή, εθνικιστική και πατριαρχική ατζέντα, ενώ η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και η Άνγκελα Μέρκελ διαχειρίστηκαν την ευρωπαϊκή εξουσία μέσα από τους ψυχρούς όρους της τεχνοκρατικής λιτότητας, της δημοσιονομικής πειθαρχίας και του επανεξοπλισμού. Ακόμη και σε αυταρχικά ή αυτοκρατορικά καθεστώτα, φιγούρες όπως η Ελένα Τσαουσέσκου στη Ρουμανία ή η Μεγάλη Αικατερίνη στη Ρωσία δεν υπονόμευσαν τους μηχανισμούς της δεσποτικής ισχύος, αλλά κατέστησαν οργανικά μέλη τους.
Η παρουσία γυναικών στην κορυφή πατριαρχικών και καπιταλιστικών δομών αποδεικνύει απλώς την προσαρμοστικότητα του συστήματος, το οποίο μπορεί κάλλιστα να ενσωματώνει γυναικεία πρόσωπα, αρκεί αυτά να υπηρετούν πιστά τις δομικές λειτουργίες της ανδρικής κυριαρχίας. Η αποδόμηση της πατριαρχίας, λοιπόν, δεν αφορά τη βιολογική εναλλαγή των προσώπων στην κορυφή της πυραμίδας, αλλά την ισοπέδωση της ίδιας της πυραμίδας.
Η διαθεματικότητα δεν είναι διάσπαση, είναι μονόδρομος
Όταν τα παραπάνω ζητήματα φέρονται στο προσκήνιο, η πιο συνηθισμένη αντίδραση είναι ότι «διασπάται το κίνημα», ότι «αποπροσανατολίζεται ο αγώνας με τα identity politics» ή ότι οι διεκδικήσεις του κουίρ φεμινισμού και οικοφεμινισμού θεωρούνται δευτερεύουσες μπροστά στη «μεγάλη μάχη» εναντίο του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτή η ρητορική δεν είναι απλώς παρωχημένη, είναι και επικίνδυνη.
Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι η κριτική στον καπιταλισμό καθίσταται περιττή ή δευτερεύουσα. Αντίθετα, επιβάλλεται η υιοθέτηση μιας συγκροτημένης διαθεματικής προσέγγισης που αντιλαμβάνεται πώς ο καπιταλισμός, η πατριαρχία και η οικοκτονία αλληλοτροφοδοτούνται. Όπως μας έχει διδάξει ο μαύρος φεμινισμός και θεωρητικοί όπως η Kimberlé Crenshaw, η Angela Davis και η Bell Hooks, οι μορφές καταπίεσης διαπλέκονται. Η διαθεματικότητα (intersectionality) είναι ο μόνος τρόπος να διαβάσουμε σωστά την πραγματικότητα.
Η υπόθεση ότι είναι δυνατή η υπέρβαση των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων ή της ταξικής εκμετάλλευσης με παράλληλη διατήρηση των πατριαρχικών δομών συνιστά θεωρητικό έλλειμμα. Ο σεξισμός, η ΛΟΑΤΚΙΑ+φοβία, ο ρατσισμός και η ταξική εκμετάλλευση συνιστούν αλληλένδετες πτυχές του ίδιου συστήματος εξουσίας, του οποίου η βάση είναι η πατριαρχία. Η αναλυτική εστίαση σε πολλαπλά μέτωπα συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για τη συνολική κατανόηση των δομών καταπίεσης. Η αποδόμηση της πατριαρχίας καθίσταται απαραίτητη για κάθε εγχείρημα κοινωνικής χειραφέτησης.
*ομοκοινωνικότητα: φιλικές σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, χωρίς ρομαντικό/σεξουαλικό χαρακτήρα.


