Ποια είναι, άραγε, η απόλυτη γυναίκα;
Είναι η παρθένα, εκείνη που μαθαίνει από μικρή να κατοικεί στο σώμα της σαν προσωρινή φιλοξενούμενη, να το φυλάει καθαρό και ανέγγιχτο, όχι επειδή της ανήκει, αλλά επειδή κάποτε θα της ζητηθεί να το παραδώσει.
Είναι η σύζυγος που στρώνει κάθε βράδυ το κρεβάτι πάνω από όσα δεν ειπώθηκαν, που μαθαίνει να ονομάζει την προδοσία «αδυναμία» και τη δική της σιωπή «ωριμότητα». Είναι η μητέρα που κόβει τη ζωή της σε μικρές μερίδες και τις μοιράζει στους άλλους, ώσπου δεν απομένει τίποτα στο πιάτο της, και τότε όλοι θαυμάζουν πόσο λίγο χρειάζεται για να χορτάσει. Είναι η νοικοκυρά που σκουπίζει τα ίχνη μιας ολόκληρης οικογένειας από το πάτωμα, πλένει τα πιάτα στα οποία οι άλλοι έφαγαν τον χρόνο της και διπλώνει ξανά και ξανά μια ζωή που κανείς δεν σκέφτηκε να ξεδιπλώσει για εκείνη. Πρέπει να είναι όμορφη, ασφαλώς, αλλά με μια ομορφιά που δεν γνωρίζει τη δύναμή της. Αρκετά όμορφη ώστε να την επιθυμούν, όχι τόσο ώστε να φοβούνται πως θα τους αρνηθεί. Αρκετά φωτεινή ώστε να στολίζει το δωμάτιο, όχι τόσο ώστε να φαίνονται οι σκιές των άλλων. Να κοιτάζεται στον καθρέφτη μόνο για να διορθωθεί, ποτέ για να θαυμάσει ό,τι βλέπει. Πρέπει να είναι έξυπνη, αλλά η σκέψη της να σταματά ακριβώς εκεί όπου αρχίζει η βεβαιότητα ενός άνδρα. Να έχει φιλοδοξίες, αρκεί να χωρούν ανάμεσα στο πλυντήριο και στο βραδινό τραπέζι. Να είναι ανεξάρτητη, μα όχι τόσο ώστε να μπορεί πραγματικά να φύγει. Να πετά, αλλά να θυμάται πάντοτε ποιος της έδωσε την άδεια να ανοίξει τα φτερά της.
Έτσι κατασκευάζεται η απόλυτη γυναίκα: από αντιφάσεις που πρέπει να κουβαλά χωρίς να λυγίζει. Ποθητή, αλλά απρόσιτη. Αγνή, αλλά έμπειρη. Δυνατή, αλλά ακίνδυνη. Επιτυχημένη, αλλά πάντοτε διαθέσιμη. Μητέρα χωρίς κούραση, εργαζόμενη χωρίς φιλοδοξία, ερωμένη χωρίς δική της επιθυμία, σώμα χωρίς ιδιοκτήτρια, φωνή που μιλά χωρίς ποτέ να ακούγεται. Αυτό είναι το πρότυπο και είναι ένας τρόπος να εξαφανίζεται ένας άνθρωπος χωρίς να χρειάζεται κανείς να λερώσει τα χέρια του.
Δεν χρειάζεται πάντοτε βία για να αφανιστεί μια γυναίκα. Αρκεί να της ζητούν κάθε μέρα κάτι μικρό: να εγκαταλείψει ένα όνειρο επειδή «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή», να καταπιεί μια γνώμη επειδή «δεν χρειάζεται να δημιουργεί ένταση», να δεχτεί μια παραβίαση επειδή «δεν ήταν και τόσο σοβαρό», να ζητήσει συγγνώμη για τον τρόπο που αντέδρασε στην πληγή της, ενώ εκείνος που την προκάλεσε συνεχίζει ανενόχλητος. Κάθε απαίτηση αφαιρεί ένα μικρό κομμάτι της. Κανείς δεν προσέχει την απώλεια, γιατί συμβαίνει αργά. Ώσπου μια μέρα χωρά επιτέλους μέσα στον ρόλο που είχαν ετοιμάσει για εκείνη, και όλοι ανακουφίζονται. Τώρα μπορούν να την αποκαλέσουν «καλή γυναίκα».
Πολύ πριν οι βιτρίνες μάθουν να πουλούν τα γυναικεία σώματα και οι διαφημίσεις να κόβουν τη γυναικεία μορφή σε χείλη, στήθη και πόδια, οι μύθοι είχαν ήδη μάθει στον κόσμο πώς να παίρνει μια γυναίκα και να την αδειάζει από τον εαυτό της, μέχρι να απομείνει μόνο ένα σύμβολο.
Στην Ελένη δεν επετράπη να παραμείνει Ελένη. Έγινε η ομορφιά που έσπρωξε χίλια καράβια στη θάλασσα. Έγινε πειρασμός, προδοσία, φωτιά, πόλεμος. Άνδρες πήραν αποφάσεις, συγκέντρωσαν στρατούς, ύψωσαν όπλα, έδωσαν διαταγές, έκαψαν πόλεις και γέμισαν τις ακτές με νεκρούς, κι όταν τελείωσαν, σκούπισαν το αίμα τους επάνω στο πρόσωπο μιας γυναίκας. Πόσο βολικό να χτίζεις τα καράβια και να κατηγορείς τη θάλασσα.
Οι άνδρες διάλεξαν τον πόλεμο. Η Ελένη έγινε η αιτία του. Εκείνοι κληρονόμησαν τη δόξα των μαχών· εκείνη κληρονόμησε την ενοχή των τάφων. Έτσι γράφτηκε από νωρίς ένας από τους πιο ανθεκτικούς νόμους της Ιστορίας: όταν ένας άνδρας δημιουργεί τη βία, κάπου πρέπει να βρεθεί μια γυναίκα για να την κουβαλήσει.
Η ομορφιά της Ελένης δεν θεωρήθηκε ποτέ δική της. Ήταν πλούτος που μπορούσε να θαυμαστεί, να ανταλλαχθεί, να κλαπεί, να προστατευτεί και να εκδικηθεί. Το πρόσωπό της έγινε έδαφος που άνδρες διεκδικούσαν. Το σώμα της έγινε σύνορο που στρατοί περνούσαν. Το όνομά της έγινε το άλλοθι με το οποίο οι νεκροί μεταμορφώθηκαν σε ηρωισμό. Κανείς δεν ρώτησε τι ήθελε η Ελένη. Ρώτησαν μόνο σε ποιον ανήκε.
Και ίσως να μην έχουμε φύγει ποτέ πραγματικά από εκείνη την ακτή. Ακόμη, όταν μια γυναίκα κακοποιείται, η πρώτη ερώτηση στρέφεται προς το φόρεμά της. Όταν παρενοχλείται, εξετάζεται ο λόγος που βρέθηκε εκεί. Όταν δολοφονείται, συζητείται γιατί δεν έφυγε νωρίτερα. Όταν θυμώνει, μετριέται η ένταση της φωνής της, σαν να έχει μεγαλύτερη σημασία ο ήχος της κραυγής από το χέρι που άνοιξε την πληγή. Ξανά, ο άνδρας διαπράττει την πράξη και η γυναίκα κάθεται στο εδώλιο. Ξανά, τα καράβια σαλπάρουν και η Ελένη κατηγορείται για τη θάλασσα.
Στους άνδρες του Ομήρου δίνονται δρόμοι. Στις γυναίκες του δίνονται δωμάτια. Ο Οδυσσέας διασχίζει πελάγη, αντιμετωπίζει τέρατα, χάνεται σε ξένα νησιά και ξένα κρεβάτια και επιστρέφει στο σπίτι τυλιγμένος με τον μανδύα του ήρωα. Η Πηνελόπη μένει εκεί όπου την άφησε, φυλάσσοντας το σπίτι, μεγαλώνοντας τον γιο τους και αποκρούοντας άνδρες που τρώνε το φαγητό της, καταλαμβάνουν τον χώρο της και περιμένουν να αποκτήσουν το κορμί της σαν να είναι ακόμη ένα δωμάτιο του παλατιού. Εκείνος ταξιδεύει. Εκείνη περιμένει. Η αναχώρησή του ονομάζεται περιπέτεια. Η παραμονή της ονομάζεται αρετή. Οι γυναίκες που συναντά γίνονται κεφάλαια του έπους του· αν η Πηνελόπη επιθυμούσε έναν άλλον άνδρα, η επιθυμία της θα γινόταν ολόκληρη η καταδίκη της. Κι αυτό το έπος δεν τελείωσε ποτέ.
Όταν λείπει ένας άνδρας, χτίζει το μέλλον του. Όταν λείπει μια γυναίκα, εγκαταλείπει τους άλλους. Η δική του επιθυμία είναι ένστικτο· η δική της είναι ντροπή. Εκείνος μεγαλώνει και αποκτά κύρος· εκείνη μεγαλώνει και αρχίζει να χάνεται από τα βλέμματα. Οι ρυτίδες του γίνονται απόδειξη ζωής. Οι δικές της γίνονται κατηγορία ότι τόλμησε να ζήσει περισσότερο απ’ όσο της επέτρεπε η ομορφιά της.
Και η Πηνελόπη υφαίνει. Την ημέρα ολοκληρώνει το έργο της και τη νύχτα το ξηλώνει, σαν να γνώριζε ήδη όλη την ιστορία της γυναικείας εργασίας: κάτι που πρέπει να γίνεται ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ να θεωρείται ολοκληρωμένο. Τα πατώματα καθαρίζονται για να λερωθούν. Τα ρούχα διπλώνονται για να ξεδιπλωθούν. Τα γεύματα ετοιμάζονται για να εξαφανιστούν. Τα παιδιά παρηγορούνται, οι άρρωστοι φροντίζονται, τα ραντεβού θυμούνται, οι συγγενείς συγχωρούνται, οι εντάσεις απορροφώνται, οι γιορτές οργανώνονται, η οικογενειακή ειρήνη επιδιορθώνεται κάθε βράδυ σαν ύφασμα που κανείς άλλος δεν παρατηρεί ότι σκίζεται. Και επειδή αυτή η εργασία δεν τελειώνει ποτέ, δεν αφήνει πίσω της κανένα μνημείο.
Κανένα άγαλμα δεν στήνεται για τη γυναίκα που θυμόταν τα φάρμακα όλων, ενώ ξεχνούσε τα δικά της. Κανένα έπος δεν γράφεται για τη μητέρα που δούλευε με πυρετό και το βράδυ ρωτούσε τους άλλους αν κρυώνουν. Κανένα τραγούδι δεν μνημονεύει τη σύζυγο που κουβαλούσε το βάρος μιας ολόκληρης οικογένειας, ενώ άκουγε πως «δεν εργάζεται». Τη λένε άνεργη, παρόλο που αν σταματούσε για μία μόνο ημέρα, το σπίτι θα αποκάλυπτε αμέσως πόσο πολύ εργαζόταν. Η δουλειά της δεν μένει απλήρωτη επειδή δεν έχει αξία. Μένει απλήρωτη επειδή είναι πολύ πιο κερδοφόρο να παρουσιάζεται ως φύση. Μαγειρεύει επειδή είναι γυναίκα. Καθαρίζει επειδή είναι γυναίκα. Φροντίζει επειδή είναι γυναίκα. Κι αν μια μέρα αφήσει το πιάτο άπλυτο, το παιδί σε άλλα χέρια ή τον ηλικιωμένο συγγενή στην ευθύνη εκείνων που μοιράζονται το ίδιο αίμα, τότε ξαφνικά παύει να είναι γυναίκα και γίνεται εγωίστρια. Έτσι η εκμετάλλευση δεν χρειάζεται να δίνει διαταγές. Αρκεί να ντύνεται με τη φωνή της αγάπης και να ψιθυρίζει: «Μια πραγματική γυναίκα θα το έκανε».
Και πριν ακόμη μεγαλώσει αρκετά ώστε να γνωρίσει τον κόσμο, το κορίτσι μαθαίνει να τον φοβάται. Μαθαίνει να μη γυρίζει μόνο του, να μην πίνει πολύ, να μην εμπιστεύεται εύκολα, να στέλνει την τοποθεσία του, να κρατά τα κλειδιά ανάμεσα στα δάχτυλά του. Μαθαίνει να ακούει τα βήματα πίσω του, να υπολογίζει την απόσταση από το φως, να διαβάζει τον τόνο μιας ανδρικής φωνής όπως ο ναυτικός διαβάζει τον καιρό πριν από την καταιγίδα. Ο φόβος γίνεται ακόμη μία αόρατη εργασία που πρέπει να εκτελεί σωστά. Πρέπει να προβλέψει τη βία, να την αποφύγει, να τη μαλακώσει, να τη διαχειριστεί. Και αν αποτύχει, θα κληθεί να αποδείξει ότι προσπάθησε αρκετά. Αν φοβάται, είναι υπερβολική. Αν δεν φοβάται, είναι απρόσεκτη. Αν επιβιώσει, ανακρίνεται. Αν δεν επιβιώσει, τη θρηνεί η ίδια κοινωνία που την εκπαίδευσε να προσαρμόζεται στον κίνδυνο, αντί να απαιτήσει από τον κίνδυνο να εξαφανιστεί. Κάποτε θα της πουν ότι όλα αυτά τα βλέμματα είναι θαυμασμός. Θα χρειαστεί χρόνο για να καταλάβει πως το να θαυμάζεται σαν αντικείμενο σημαίνει ακόμη ότι αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο. Ένα αντικείμενο δεν μιλά. Δεν αρνείται. Δεν γερνά. Δεν αλλάζει γνώμη. Δεν έχει ανάγκες. Υπάρχει μόνο για εκείνον που το κοιτάζει.
Και ίσως γι’ αυτό η Λουπίτα Νιόνγκο προκάλεσε τόση οργή πριν ακόμη προλάβει να μιλήσει ως Ελένη: γιατί ορισμένοι δεν είδαν μια ηθοποιό να πλησιάζει έναν μύθο, αλλά μια Μαύρη γυναίκα να περνά τα σύνορα μιας ομορφιάς που είχαν περιφράξει ως δική τους· μίλησαν για τον Όμηρο, για την αλήθεια και την αυθεντικότητα, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούσαν για άλλη μια φορά να αποφασίσουν ποιο σώμα δικαιούται να γίνει σύμβολο και ποιο πρέπει να μείνει έξω από την πύλη. Δεν αναρωτήθηκαν αν θα μπορούσε να δώσει στην Ελένη θλίψη, νοημοσύνη ή οργή· κοίταξαν το δέρμα της και φαντάστηκαν πως κάποιος τους έκλεβε κάτι που ποτέ δεν τους ανήκε. Κι έτσι, στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τον μύθο, επανέλαβαν την αρχαιότερη βία του: έκαναν ξανά το σώμα μιας γυναίκας έδαφος, ύψωσαν πάνω του σημαίες και ονόμασαν την κατοχή τους παράδοση.
Η Ελένη, όμως, ίσως είναι κάτι περισσότερο από όμορφη. Ίσως είναι κουρασμένη. Ίσως είναι εξοργισμένη. Ίσως, κάτω από το πρόσωπο που ύμνησαν οι ποιητές και διεκδίκησαν οι βασιλιάδες, υπάρχει μια γυναίκα που ασφυκτιά κάτω από όσα είπαν οι άλλοι για τη ζωή της. Μια γυναίκα που βλέπει ακόμη τα καράβια να απομακρύνονται και γνωρίζει πως, όποιος κι αν νικήσει, εκείνη θα παραμείνει η αιτία. Οι άνδρες θα επιστρέψουν με δόξα ή θα πεθάνουν ως ήρωες, ενώ το δικό της όνομα θα συνεχίσει να κουβαλά τη φωτιά. Και ίσως, ύστερα από αιώνες σιωπής, να μην έχει πια τίποτε άλλο να τους προσφέρει, ούτε ομορφιά, ούτε συγχώρεση, ούτε άλλη μία εκδοχή της ιστορίας τους. Ίσως θέλει μόνο να ουρλιάξει: Σταματήστε να κάνετε πολέμους στο όνομά μου.
Κι όταν σωπάσει η Ελένη, ίσως μείνει μόνο ο άνδρας μπροστά στη θάλασσα, να κοιτάζει τα καράβια που ο ίδιος έσπρωξε στο νερό και να καταλαβαίνει πως τόσα χρόνια ονόμαζε μοίρα ό,τι τον βόλευε, αγάπη ό,τι τον υπηρετούσε και αρετή ό,τι δεν τολμούσε να του αντιμιλήσει· ίσως αναγνωρίσει τότε στα καθαρά του χέρια το αίμα που δεν έχυσε, αλλά και δεν θέλησε ποτέ να σταματήσει, και στον αργαλειό που τον περίμενε στο σπίτι μια ξένη ζωή να ξηλώνεται κάθε νύχτα, για να μένει η δική του ολόκληρη. Κι αν αντέξει να κοιταχτεί χωρίς την πανοπλία του ήρωα, θα δει επιτέλους πως το απόλυτο θηλυκό δεν ήταν ποτέ η γυναίκα που άντεχε να χάνεται για χάρη του, αλλά εκείνη που, τη στιγμή που παύει να τον περιμένει, του αφήνει για πρώτη φορά ολόκληρο το βάρος του εαυτού του.


