Η σχέση των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων με τη θρησκεία είναι πολύπλοκη και δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα απλό δίπολο «πίστης» και «αθεΐας». Οι φιλόσοφοι της αρχαιότητας αμφισβήτησαν συχνά τις παραδοσιακές μυθολογικές αναπαραστάσεις του θείου, αναζήτησαν φυσικές και λογικές εξηγήσεις για τον κόσμο και επιχείρησαν να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση ανθρώπου, φύσης και θεού. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσπάθειας. Κανένας από τους δύο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «άθεος» με τη σύγχρονη έννοια. Αντίθετα, και οι δύο οικοδόμησαν φιλοσοφικές θεωρίες στις οποίες το θείο κατέχει κεντρική θέση. Ωστόσο, η προσέγγισή τους διαφέρει σημαντικά από την παραδοσιακή μυθολογική θρησκευτικότητα.
Ο Πλάτων αντιμετωπίζει την αθεΐα, ιδιαίτερα στους Νόμους, ως πρόβλημα που αφορά όχι μόνο τη μεταφυσική πεποίθηση αλλά και την ηθική και πολιτική τάξη. Ο Αριστοτέλης, από διαφορετική αφετηρία, οικοδομεί μια μεταφυσική θεωρία του θείου μέσω της αιτιότητας, της κίνησης και της έννοιας του «ἀκινήτου κινοῦντος». Ο Επίκουρος, αντίθετα, μετατοπίζει το επίκεντρο του προβλήματος: δεν τον απασχολεί πρωτίστως η άρνηση του θείου, αλλά ο φόβος των θεών και οι ψυχικές συνέπειες των λανθασμένων αντιλήψεων γι' αυτούς.
Η σύγκριση των τριών φιλοσόφων αποκαλύπτει έτσι τρεις διαφορετικούς τρόπους κατανόησης της θρησκευτικής πίστης, της ανθρώπινης ψυχής και της ηθικής.
Πλάτων: Η αθεΐα ως «νόσημα»
Στο 10ο βιβλίο των Νόμων, ιδιαίτερα στα χωρία 888a–888b, ο Πλάτων χρησιμοποιεί πράγματι τον όρο «νόσημα» για να περιγράψει την κατάσταση του ανθρώπου που αρνείται την ύπαρξη των θεών.
Ο Αθηναίος Ξένος απευθύνεται στον νεαρό που έχει υιοθετήσει τέτοιες απόψεις και παρουσιάζει την αθεΐα ως μια κατάσταση που μπορεί να μεταβληθεί με την ηλικία και την παιδεία. Το «νόσημα», επομένως, δεν πρέπει να μεταφράζεται μηχανιστικά με τη σημερινή έννοια της ψυχιατρικής ασθένειας. Πρόκειται για φιλοσοφικό και ηθικοπολιτικό χαρακτηρισμό μέσα στο πλαίσιο της πλατωνικής θεωρίας για την ψυχή και την πόλη.
Για τον Πλάτωνα, η θεϊκή τάξη δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο προσωπικής πίστης. Συνδέεται με την ίδια τη δομή της πραγματικότητας και με την ηθική τάξη της πολιτείας. Η αμφισβήτηση της ύπαρξης των θεών αποκτά, επομένως, πολιτική διάσταση.
Ο Πλάτων δεν περιορίζεται στην άποψη ότι κάποιος «δεν πιστεύει». Εξετάζει διαφορετικές μορφές αθεΐας και θρησκευτικής πλάνης και επιχειρεί να εξηγήσει πώς αυτές μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Στο πλαίσιο της ιδανικής πολιτείας του, η θρησκευτική και ηθική τάξη συνδέονται στενά.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα βασικά προβλήματα της πλατωνικής προσέγγισης από τη σκοπιά της σύγχρονης φιλοσοφίας: η ηθική εγκυρότητα μιας πράξης δεν αποδεικνύεται απλώς από την ύπαρξη ενός θεϊκού νομοθέτη.
Το «λάθος» του Πλάτωνα
Η σύγχρονη ψυχολογία δεν αντιμετωπίζει την αθεΐα ως ψυχική ασθένεια. Η απουσία θρησκευτικής πίστης δεν αποτελεί από μόνη της ψυχιατρική διάγνωση, ούτε συνιστά ένδειξη ψυχοπαθολογίας.
Αυτό σημαίνει ότι η πλατωνική μεταφορά του «νοσήματος» δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στη σύγχρονη επιστημονική γλώσσα.
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά νοητικά πλαίσια.
Ο Πλάτων χρησιμοποιεί το «νόσημα» ως φιλοσοφική μεταφορά για μια κατάσταση που θεωρεί διανοητικά και ηθικά προβληματική. Η σύγχρονη ψυχιατρική, αντίθετα, ταξινομεί τις ψυχικές διαταραχές με βάση συγκεκριμένα κλινικά κριτήρια και δεν θεωρεί την αθεΐα τέτοια διαταραχή.
Επομένως, το να λέμε σήμερα ότι «ο Πλάτων απέδειξε πως η αθεΐα είναι ψυχική νόσος» αποτελεί αναχρονισμό. Το ακριβέστερο είναι ότι ο Πλάτων χαρακτήριζε φιλοσοφικά την αθεΐα «νόσημα» στο πλαίσιο της δικής του θεωρίας για την ψυχή, την αλήθεια και την πολιτική τάξη.
Αριστοτέλης: Το θείο ως μεταφυσική αρχή
Η περίπτωση του Αριστοτέλη είναι διαφορετική. Ο Αριστοτέλης δεν αντιμετωπίζει την αθεΐα στους όρους με τους οποίους την αντιμετωπίζει ο Πλάτων στους Νόμους. Το βασικό του εγχείρημα είναι να οικοδομήσει μια φιλοσοφική εξήγηση της πραγματικότητας, στην οποία το θείο προκύπτει μέσα από τη μεταφυσική διερεύνηση της κίνησης, της αιτιότητας και της ύπαρξης.
Στα Φυσικά και ιδιαίτερα στο Βιβλίο VIII, ο Αριστοτέλης επιχειρεί να δείξει ότι η αιώνια κίνηση του κόσμου προϋποθέτει ένα αίτιο που δεν κινείται το ίδιο. Το επιχείρημα ολοκληρώνεται στη Μεταφυσική, Βιβλίο Λ, όπου το «ἀκίνητον κινοῦν» αποτελεί την ανώτατη αρχή της κοσμικής τάξης. Η σχετική αριστοτελική φυσική και μεταφυσική έχει αναλυθεί εκτενώς στη σύγχρονη ιστορία της φιλοσοφίας.
Στη Μεταφυσική 1072b, το πρώτο κινούν παρουσιάζεται ως αιώνια και άυλη πραγματικότητα, η οποία αποτελεί αντικείμενο νόησης και όχι έναν ανθρωπόμορφο θεό που παρεμβαίνει καθημερινά στον κόσμο.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Ο «θεός» του Αριστοτέλη δεν είναι απλώς ένας μεγαλύτερος άνθρωπος που βρίσκεται στον ουρανό και επεμβαίνει στα ανθρώπινα γεγονότα. Είναι μεταφυσική αρχή, συνδεδεμένη με την αιωνιότητα, την κίνηση και την καθαρή νόηση.
Η αριστοτελική θεολογία, επομένως, δεν ταυτίζεται με την παραδοσιακή μυθολογική θρησκεία.
Το «Πρώτον Κινούν»
Το περίφημο επιχείρημα του Αριστοτέλη μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
Ο κόσμος χαρακτηρίζεται από κίνηση και μεταβολή. Η κίνηση προϋποθέτει αίτιο. Εάν κάθε κινούνταν από κάτι άλλο χωρίς να υπάρχει κάποια θεμελιώδης αρχή, η εξήγηση θα παρέμενε χωρίς τελικό θεμέλιο. Ο Αριστοτέλης καταλήγει έτσι στην ανάγκη μιας αιώνιας αρχής που κινεί χωρίς η ίδια να κινείται.
Αυτό είναι το «ἀκίνητον κινοῦν».
Δεν πρόκειται, όμως, για επιστημονική απόδειξη με τη σύγχρονη έννοια. Πρόκειται για μεταφυσικό επιχείρημα που στηρίζεται στις προϋποθέσεις της αριστοτελικής φυσικής και οντολογίας.
Εδώ βρίσκεται ένα σημαντικό σημείο για τη σύγχρονη κριτική.
Η σύγχρονη φυσική δεν λειτουργεί πλέον μέσα στο αριστοτελικό κοσμολογικό πλαίσιο. Οι έννοιες της κίνησης, της αιτιότητας, του χρόνου και της κοσμικής προέλευσης έχουν αναδιατυπωθεί ριζικά από τη νεότερη φυσική.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η φυσική «απέδειξε πως ο Αριστοτέλης έκανε λάθος για τον Θεό». Σημαίνει ότι το αριστοτελικό επιχείρημα δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως επιστημονική απόδειξη με τα σημερινά κριτήρια. Πρόκειται για φιλοσοφικό επιχείρημα μεταφυσικής φύσης.
Αριστοτέλης: Η ηθική, η πόλη και το θείο
Η σχέση του Αριστοτέλη με τη θρησκεία δεν εξαντλείται στη Μεταφυσική.
Στα Ηθικά Νικομάχεια, ο Αριστοτέλης εξετάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά, την αρετή, την κακία, την εγκράτεια και την ακράτεια. Στο Βιβλίο VII χρησιμοποιεί την έννοια της «θηριώσεως» για ακραίες μορφές συμπεριφοράς που ξεπερνούν το συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο. Δεν είναι, όμως, επιστημονικά ορθό να μετατρέψουμε αυτή την έννοια σε δήθεν αριστοτελική διάγνωση της αθεΐας. Η «θηριώδης» κατάσταση αφορά κυρίως ακραίες μορφές χαρακτήρα και συμπεριφοράς.
Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι η ανθρώπινη ολοκλήρωση συνδέεται με την άσκηση της λογικής και της αρετής. Η ευδαιμονία δεν αποτελεί απλώς συναίσθημα, αλλά δραστηριότητα της ψυχής σύμφωνα με την αρετή. Η πολιτική κοινότητα, με τη σειρά της, αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο άνθρωπος μπορεί να πραγματοποιήσει αυτή την ανθρώπινη τελείωση.
Επομένως, όταν εξετάζουμε τη στάση του Αριστοτέλη απέναντι στο θείο, πρέπει να την εντάξουμε στη συνολική του θεωρία περί φύσης, ανθρώπου, αρετής και πόλης.
Η πόλις δεν είναι για τον Αριστοτέλη απλώς ένας διοικητικός μηχανισμός. Είναι η κοινότητα μέσα στην οποία ο άνθρωπος μπορεί να επιδιώξει το αγαθό και την ευδαιμονία. Η πολιτική επιστήμη έχει ως τελικό αντικείμενο το ανθρώπινο αγαθό και συνδέεται άμεσα με την ηθική φιλοσοφία.
Αυτό σημαίνει ότι η αριστοτελική σκέψη δεν διαχωρίζει με τον σύγχρονο τρόπο την ηθική, την πολιτική και τη μεταφυσική.
Επίκουρος: Όταν ο φόβος των θεών γίνεται το πραγματικό πρόβλημα
Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη φιλοσοφική αντιστροφή.
Ο Επίκουρος δεν ήταν άθεος με τη σύγχρονη έννοια. Δεχόταν την ύπαρξη θεών, αλλά απέρριπτε την αντίληψη ότι οι θεοί παρεμβαίνουν στις ανθρώπινες ζωές, τιμωρούν, ανταμείβουν ή προκαλούν φυσικές καταστροφές.
Για τον Επίκουρο, οι θεοί είναι μακάριες και αθάνατες υπάρξεις και ακριβώς επειδή είναι τέλειες δεν έχουν λόγο να ασχολούνται με τις ανθρώπινες υποθέσεις. Η θεϊκή αδιαφορία απέναντι στα ανθρώπινα πράγματα λειτουργεί απελευθερωτικά: ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να ζει μέσα στον φόβο μιας υπερφυσικής τιμωρίας.
Εδώ η επικούρεια σκέψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ζήτημα της αθεΐας.
Ο Επίκουρος δεν λέει:
«Η πίστη είναι ψυχική νόσος».
Λέει, ουσιαστικά, ότι οι λανθασμένες αντιλήψεις για το θείο μπορούν να προκαλέσουν φόβο και ψυχική ταραχή.
Η φιλοσοφία, επομένως, λειτουργεί ως θεραπεία.
Η γνώση της φύσης απελευθερώνει τον άνθρωπο από την ιδέα ότι οι κεραυνοί, οι σεισμοί, οι ασθένειες ή άλλες φυσικές καταστροφές αποτελούν θεϊκές τιμωρίες.
Εδώ η διαφορά από τον Πλάτωνα είναι εντυπωσιακή.
Ο Πλάτων βλέπει την αθεΐα ως «νόσημα».
Ο Επίκουρος βλέπει τον παράλογο φόβο απέναντι στους θεούς ως πηγή ψυχικής ταραχής.
Με έναν τρόπο, επομένως, η έννοια της «νόσου» μετατοπίζεται από την απουσία πίστης στον φόβο που μπορεί να παράγει μια συγκεκριμένη μορφή θρησκευτικής πίστης.
Ηθική χωρίς Θεό
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν θεοί.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν η ηθική προϋποθέτει την ύπαρξή τους.
Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο Επίκουρος δίνουν διαφορετικές απαντήσεις.
Στην αριστοτελική ηθική, η αρετή δεν είναι απλώς υπακοή σε εντολές. Είναι κατάσταση χαρακτήρα που διαμορφώνεται μέσω της έξης, της παιδείας και της πρακτικής λογικής. Η ευδαιμονία συνδέεται με τη δραστηριότητα σύμφωνα με την αρετή. (Stanford Encyclopedia of Philosophy)
Στον Επίκουρο, η δικαιοσύνη συνδέεται με την αμοιβαία συμφωνία των ανθρώπων να μην βλάπτουν και να μη βλάπτονται, ενώ η φιλία αποκτά θεμελιώδη θέση στην ευτυχισμένη ζωή.
Επομένως, ήδη στην αρχαιότητα υπήρχαν φιλοσοφικές θεωρίες που δεν αντιμετώπιζαν την ηθική αποκλειστικά ως προϊόν θεϊκής εντολής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι ήταν «σύγχρονοι άθεοι». Είναι ιστορικά λανθασμένο να τους μετατρέπουμε σε προδρόμους του σημερινού κοσμικού ανθρωπισμού χωρίς τις απαραίτητες διακρίσεις.
Σημαίνει, όμως, ότι το ερώτημα «μπορεί ο άνθρωπος να είναι ηθικός χωρίς να πιστεύει σε θεό;» είναι πολύ παλαιότερο από τη σύγχρονη εποχή.
Η επιστήμη και το σύγχρονο ερώτημα
Σήμερα, η αθεΐα δεν θεωρείται από την επιστήμη ψυχική νόσος. Η επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει έναν άνθρωπο ψυχικά ασθενή απλώς επειδή δεν πιστεύει σε θεούς.
Ταυτόχρονα, η επιστήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί απλά για να «αποδείξει» ότι δεν υπάρχει θεός. Η ύπαρξη ή μη ύπαρξη ενός μεταφυσικού όντος αποτελεί σε μεγάλο βαθμό φιλοσοφικό και μεταφυσικό ζήτημα, όχι απλή εμπειρική υπόθεση που μπορεί να ελεγχθεί με ένα εργαστηριακό πείραμα.
Εδώ βρίσκεται και μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην επιστημονική αμφισβήτηση και την αθεΐα.
Η επιστήμη ζητά εμπειρικά ελέγξιμες εξηγήσεις για τα φυσικά φαινόμενα.
Η αθεΐα αποτελεί θέση ή στάση σχετικά με την ύπαρξη θεών.
Ο αγνωστικισμός, από την άλλη πλευρά, αφορά κυρίως το κατά πόσο μπορούμε να γνωρίζουμε αν υπάρχει θεός.
Οι τρεις έννοιες δεν είναι ταυτόσημες.
Από τον Πλάτωνα στον Αριστοτέλη και από τον Επίκουρο στη νεωτερικότητα
Η ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας αποκαλύπτει ότι η σχέση ανθρώπου και θείου δεν ήταν ποτέ μονολιθική.
Ο Πλάτων θεώρησε ότι η αθεΐα μπορούσε να αποτελεί «νόσημα» της ψυχής και απειλή για την πολιτική τάξη.
Ο Αριστοτέλης προσπάθησε να θεμελιώσει φιλοσοφικά την ύπαρξη μιας πρώτης, αιώνιας και άυλης αρχής, όχι μέσα από μυθολογικές αφηγήσεις αλλά μέσω της μεταφυσικής ανάλυσης της κίνησης και της αιτιότητας.
Ο Επίκουρος, αντίθετα, υποστήριξε ότι η φιλοσοφία πρέπει να απελευθερώνει τον άνθρωπο από τον φόβο των θεών και από τις λανθασμένες αντιλήψεις για τη θεϊκή παρέμβαση.
Η αντιπαράθεση αυτή είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την απλουστευμένη θέση ότι «οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στους θεούς».
Δεν υπήρχε μία ενιαία αρχαιοελληνική άποψη για το θείο.
Υπήρχαν διαφορετικές φιλοσοφικές θεωρίες, διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση, διαφορετικές θεωρίες της ψυχής και διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα της ηθικής.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το πραγματικό μάθημα.
Η αμφισβήτηση δεν είναι εφεύρεση της νεωτερικότητας.
Η σύγκρουση ανάμεσα στον μύθο και τον λόγο, στη θεϊκή αιτιότητα και τη φυσική εξήγηση, στον φόβο και την ορθολογική κατανόηση, υπήρχε ήδη στην αρχαία φιλοσοφία.
Και αν ο Πλάτων χαρακτήρισε την αθεΐα «νόσημα», ο Επίκουρος έκανε μια σχεδόν αντίστροφη κίνηση: αναζήτησε τη θεραπεία του ανθρώπου στην απαλλαγή του από τον φόβο του υπερφυσικού.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό φιλοσοφικό ερώτημα δεν είναι αν η αθεΐα αποτελεί «νόσημα».
Είναι αν ένας άνθρωπος χρειάζεται πράγματι έναν θεϊκό επιτηρητή για να είναι ηθικός.
Πηγές
- Πλάτων, Νόμοι, Βιβλίο X – Perseus Digital Library
- Aristotle – Stanford Encyclopedia of Philosophy
- Aristotle’s Natural Philosophy – Stanford Encyclopedia of Philosophy
- Aristotle’s Ethics – Stanford Encyclopedia of Philosophy
- Aristotle’s Political Theory – Stanford Encyclopedia of Philosophy
- Epicurus – Internet Encyclopedia of Philosophy
- Religion and Morality – Stanford Encyclopedia of Philosophy


