Αν δεν υπάρχει θεός από που ήρθαμε;
Η ερώτηση ακούγεται απλή αλλά είναι πιο περίπλοκη από ότι φαίνεται. Καταρχάς, πρέπει να ξεχωρίσουμε τα δύο διαφορετικά ερωτήματα που εμπεριέχονται. Το πρώτο είναι «από που ήρθε ο άνθρωπος;». Σε αυτό η επιστήμη έχει απάντηση. Ο άνθρωπος δεν εμφανίστηκε ξαφνικά ως ένας ολοκληρωμένος οργανισμός, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά μακράς εξελικτικής ιστορίας.
Η εξέλιξη μέσω φυσικής επιλογής δεν σημαίνει ότι ένα ζώο ξαφνικά αποφάσισε να γίνει άνθρωπος. Η εξέλιξη λειτουργεί σε πληθυσμούς, σε πολλές γενιές, επί μεγάλες χρονικές περιόδους. Μέσα σε έναν πληθυσμό υπάρχουν κληρονομικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ατόμων. Κάποιες προκύπτουν από μεταλλάξεις και άλλες γενετικές διαδικασίες. Αν μια κληρονομική διαφοροποίηση βοηθά έναν οργανισμό να επιβιώνει και να αναπαράγεται σε ένα περιβάλλον, τότε είναι πιθανότερο να μεταβιβαστεί στις επόμενες γενιές.
Κάποιοι λένε, διότι έχουν παρερμηνεύσει αυτά που άκουσαν ή διάβασαν, ότι προερχόμαστε από τους πιθήκους. Η αλήθεια όμως είναι πως εμείς και οι σημερινοί πίθηκοι έχουμε κοινούς προγόνους. Ένα παράδειγμα το οποίο το κάνει πιο κατανοητό είναι πως τα ιταλικά και τα γαλλικά προέρχονται από τα λατινικά. Οι δύο αυτές γλώσσες εξελίχτηκαν, διαμορφώθηκαν και διαφοροποιήθηκαν στη πάροδο πολλών ετών και σε κανένα σημείο στην ιστορία δεν συνέβη μια μητέρα που μιλούσε λατινικά να γεννήσει ένα παιδί που μιλάει ιταλικά. Έτσι περίπου συμβαίνει και με τους πληθυσμούς των ειδών.
Η ανθρώπινη εξέλιξη δεν ήταν μια ευθεία γραμμή που οδηγούσε – πόσο μάλλον με στόχο – στη δημιουργία του homo sapiens. Ήταν ένα διακλαδιζόμενο δέντρο με πολλά είδη και συγγενικές εξελικτικές γραμμές.
(δείτε: https://humanorigins.si.edu/evidence, Origins of modern human ancestry (Bergstrom et al.), Genetics and the making of Homo Sapiens (Sean B. Carroll), https://talkorigins.org/)
Το δεύτερο ερώτημα το οποίο συνήθως εμπεριέχεται είναι το «από που προήρθε η ζωή;», είναι ένα θεμιτό ερώτημα στο οποίο η επιστήμη δεν έχει ακόμη βέβαιη απάντηση. Η αβιογέννεση, δηλαδή το ενδεχόμενο η ζωή να προέκυψε από μη έμβια ύλη, είναι μια πρόταση που εξετάζεται από την επιστημονική έρευνα.
Οι ερευνητές εξετάζουν διάφορα περιβάλλοντα της «νεαρής Γης», όπως υδροθερμικές πηγές στον πυθμένα των ωκεανών, θερμές πηγές, λίμνες, επιφάνειες ορυκτών κ.α. Σε τέτοια περιβάλλοντα υπήρχαν νερό, πηγές ενέργειας και χημικά συστατικά που μπορούσαν να συμμετέχουν στις αντιδράσεις που χρειάζονται. Ορισμένα απλά οργανικά μόρια μπορούν να σχηματιστούν χωρίς τη παρουσία ζωής, ενώ λιπιδικές μεμβράνες μπορούν επίσης να αυτοοργανωθούν σε απλές δομές που μοιάζουν με πρωτόγονα κύτταρα.
Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι πώς από απλά μόρια δημιουργήθηκαν πιο σύνθετα χημικά συστήματα τα οποία μπορούν να διατηρηθούν και να αναπαραχθούν. Υπάρχουν διάφορα μοντέλα, αλλά κανέναν δεν έχει επιβεβαιωθεί ως η προέλευση της ζωής.
Η πιο απλή και σύντομη απάντηση στο ερώτημα είναι: δεν ξέρουμε.
Πώς μπορεί το σύμπαν να προήλθε από το τίποτα;
Πρώτα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε με τη λέξη «τίποτα». Στη καθημερινή γλώσσα σημαίνει την απόλυτη απουσία ύλης, ενέργειας, χρόνου κλπ. Όμως όταν ένας φυσικός μιλάει για «κενό» ή για μια κατάσταση από την οποία μπορεί να προκύψει ένα σύμπαν, συνήθως δεν αναφέρεται στο απόλυτο φιλοσοφικό τίποτα. Το κβαντικό κενό, για παράδειγμα, δεν είναι «τίποτα». Είναι μια φυσική κατάσταση που διαθέτει συγκεκριμένες ιδιότητες.
Αν όμως μιλάμε για το απόλυτο φιλοσοφικό τίποτα, τότε γιατί να θεωρήσουμε πως το «τίποτα» είναι μια φυσιολογική κατάσταση της πραγματικότητας. Γιατί να θεωρήσουμε πως το «τίποτα» είναι δυνατό; Και αν είναι δυνατό, γιατί θα έπρεπε να είναι προτιμητέο από το «κάτι»;
Ο ένθεος παρουσιάζει σαν προϋπόθεση, για να περάσει η πραγματικότητα από το τίποτα στο κάτι, τον θεό. Αυτό όμως δεν είναι εμπειρικό τεκμήριο, αλλά μεταφυσική υπόθεση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί να αποδεχθούμε ότι ένας προσωπικός, άυλος, παντοδύναμος νους αποτελεί καλύτερη εξήγηση από μία θεμελιώδη πραγματικότητα που απλώς δεν έχουμε κατανοήσει ακόμη;
Εξάλλου, η έννοια της αιτιοκρατίας μπορεί να μην εφαρμόζεται στην αρχή του σύμπαντος. Η αιτιότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε, λειτουργεί μέσα στον χρόνο, δηλαδή προηγείται μια αιτία και ακολουθεί ένα αιτιατό. Αν όμως ο χρόνος αποτελεί μέρος του ίδιου του σύμπαντος, τότε το «τί συνέβη πριν την αρχή του σύμπαντος;» είναι άτοπη, όπως για παράδειγμα το «τί βρίσκεται βορειότερα του Βόρειου Πόλου;».
Ο αθεϊσμός όμως δεν χρειάζεται να προσφέρει μια πλήρη θεωρία για την αρχή του σύμπαντος. Αρκεί που επισημαίνει την άγνοιά μας και πως αυτή δεν αποτελεί απόδειξη για την ύπαρξη του θεού.
Τι έτος έχουμε; Ξεκινήσαμε να μετράμε από τη γέννηση του Ιησού.
Το γεγονός ότι ένα ημερολόγιο χρησιμοποιεί κάτι σαν σημείο αναφοράς δεν αποδεικνύει την αλήθεια των θρησκευτικών ισχυρισμών. Πράγματι, μεγάλο μέρος του κόσμου χρησιμοποιεί σήμερα το Γρηγοριανό ημερολόγιο, του οποίου η αρίθμηση των ετών βασίζεται στην παραδοσιακή χριστιανική χρονολόγηση της γέννησης του Ιησού. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο Ιησούς γεννήθηκε πράγματι το έτος 1.
Εδώ υπάρχει μια ιστορική ειρωνεία. Ο υπολογισμός έγινε αιώνες μετά την υποτιθέμενη γέννηση του Ιησού και πιθανότατα είναι λανθασμένος. Η χρονολόγηση Anno Domini («Έτος Κυρίου») δημιουργήθηκε τον 6ο αιώνα από τον μοναχό Διονύσιο τον Μικρό (Dionysius Exiguus).
Οι σύγχρονοι μελετητές τοποθετούν συνήθως την γέννηση του Ιησού μεταξύ του 6 και 4 π.Χ., λόγω της χρονολόγησης της βασιλείας του Ηρώδη. Άρα προκαλείται το παράδοξο ότι ο Ιησούς μάλλον γεννήθηκε αρκετά χρόνια «προ Χριστού».
Επίσης, το ημερολόγιο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε επειδή αποδείχθηκε ο Χριστιανισμός ως αληθινός, αλλά ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής, πολιτικής και πολιτισμικής διαδικασίας.
Τι συμβαίνει με τις εμπειρίες των ανθρώπων που είδαν θαύματα ή ένιωσαν το θεό;
Το βίωμα είναι αναμφίβολα πραγματικό για τον άνθρωπο που το ζει. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι τι ακριβώς αποδεικνύει ένα βίωμα;
Υπάρχει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στην υποκειμενική εμπειρία και στην αντικειμενική εξήγησή της. Μπορεί κάποιος να αισθανθεί απόλυτη βεβαιότητα ότι είδε κάτι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ερμηνεία της εμπειρίας του είναι σωστή. Η ανθρώπινη αντίληψη συχνά κάνει λάθη. Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται πληροφορίες, συμπληρώνει κενά, δημιουργεί προσδοκίες και προσπαθεί συνεχώς να ερμηνεύσει όσα βιώνουμε.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν εξετάζουμε τις θρησκευτικές εμπειρίες. Άνθρωποι διαφορετικών θρησκειών αναφέρουν εξαιρετικά έντονες εμπειρίες. Ένας χριστιανός, για παράδειγμα, μπορεί να αισθανθεί τη παρουσία του Ιησού ή ένας μουσουλμάνος την παρουσία του Αλλάχ. Το πρόβλημα είναι ότι οι εμπειρίες αυτές συχνά ερμηνεύονται σύμφωνα με το θρησκευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει μεγαλώσει ο συγκεκριμένος άνθρωπος.
Αν λοιπόν δύο άνθρωποι έχουν εξίσου έντονα αλλά αλληλοσυγκρουόμενα θρησκευτικά βιώματα, δεν μπορούμε απλώς να πούμε πως το βίωμα αποδεικνύει την αλήθεια. Πρέπει να βρούμε τρόπο να αποφασίσουμε ποια ερμηνεία του βιώματος είναι σωστή.
Το ίδιο ισχύει για τα υποτιθέμενα θαύματα. Αν κάποιος αρρώστησε και στη συνέχεια θεραπεύτηκε, αυτό μπορεί να είναι ένα συγκλονιστικό προσωπικό γεγονός. Αλλά συχνά αποκλείουμε άλλες πιθανές εξηγήσεις όπως λανθασμένη αρχική διάγνωση, φυσική ύφεση της ασθένειας, θεραπεία που δεν είχε αναγνωριστεί ως αιτία, στατιστική πιθανότητα ή ακόμη και εσφαλμένη ανάμνηση γεγονότων.
Το επιχείρημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι που περιγράφουν τέτοιες εμπειρίες λένε ψέματα. Αυτό θα ήταν αυθαίρετο. Μπορεί να είναι απόλυτα ειλικρινείς. Το ζήτημα είναι ότι η ειλικρίνεια μιας μαρτυρίας και η ορθότητα της ερμηνείας της είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Για να γίνει ένα προσωπικό βίωμα ισχυρό τεκμήριο για την ύπαρξη του θεού, θα χρειαζόμασταν κάτι περισσότερο από την ένταση και την ειλικρίνεια της εμπειρίας. Θα χρειαζόμασταν ανεξάρτητα, ελέγξιμα και επαναλήψιμα στοιχεία που να αποκλείουν τις φυσικές εξηγήσεις.
Αν δεν υπάρχει θεός, πώς έχουμε ηθική; Γιατί δεν σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο;
Μπορούμε να εξηγήσουμε την εμφάνιση της ανθρώπινης ηθικότητας χωρίς να προσφύγουμε σε υπερφυσική αιτία. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό και συνεργατικό ον. Η επιβίωση των ανθρώπινων κοινωνιών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εμπιστοσύνη, την συνεργασία, την αμοιβαιότητα, την προστασία των παιδιών και την αποφυγή εσωτερικών συγκρούσεων. Συναισθήματα όπως ενσυναίσθηση, ενοχή, αποδοκιμασία της βίας μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί που διευκολύνουν τη συνεργασία.
Αλλά υπάρχει ένα βαθύτερο φιλοσοφικό σημείο. Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι η ηθική προέρχεται από τον θεό, παραμένει το ερώτημα γιατί αυτό να είναι καλό; Είναι καλό επειδή το διατάζει ο θεός ή το διατάζει ο θεός επειδή είναι καλό; Αν κάτι γίνεται καλό απλώς επειδή το διατάζει ο θεός, τότε η ηθική είναι αυθαίρετη. Αν ο θεός το διατάζει επειδή είναι ήδη καλό, τότε το καλό δεν δημιουργείται από την εντολή του.
Επιπλέον, η απουσία του θεού δεν σημαίνει απουσία συνεπειών. Ακόμη και χωρίς θρησκεία, έχουμε πολύ ισχυρούς λόγους να μην σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο. Οι άνθρωποι έχουμε την επιθυμία να συνεχίσουμε να ζούμε. Οποιαδήποτε πράξη έχει σαν αποτέλεσμα την εμπόδιση αυτής της επιθυμίας και την μείωση της ποιότητας ζωής, μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη. Έτσι εξετάζουμε αν κάτι είναι ηθικό ή ανήθικό.
Τόσοι Απόστολοι θυσιάστηκαν για την πίστη τους. Δεν θα πέθαιναν για κάτι που ήξεραν ότι ήταν ψέμα.
Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι το επιχείρημα ξεκινά από μια αμφισβητήσιμη ιστορική υπόθεση. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τις συνθήκες θανάτου των περισσότερων Αποστόλων. Για αρκετούς, οι λεπτομέρειες προέρχονται από πολύ μεταγενέστερες χριστιανικές παραδόσεις και όχι από σύγχρονες ανεξάρτητες ιστορικές πηγές. Επομένως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν παρουσιάζουμε όλους τους Αποστόλους ως ανθρώπους των οποίων ο μαρτυρικός θάνατος είναι ιστορικά τεκμηριωμένος.
Αν και είναι πιθανό ορισμένοι από τους πρώτους χριστιανούς να υπέστησαν διωγμούς και να πέθαναν εξαιτίας της πίστης τους, αυτό δεν αποδεικνύει ότι η πίστη τους ήταν αληθινή.
Οι άνθρωποι σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία έχουν πεθάνει για θρησκευτικές, πολιτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις που αλληλοαναιρούνται. Το γεγονός ότι κάποιος είναι έτοιμος να πεθάνει για μια πεποίθηση αποδεικνύει κυρίως πόσο βαθιά την πιστεύει, όχι ότι η πεποίθηση είναι αληθής.
Γιατί υπάρχουν τόσες πολλές μαρτυρίες και τόσα χειρόγραφα για την ανάσταση του Ιησού;
Όταν ακούμε ότι υπάρχουν χιλιάδες χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης, αυτό δεν σημαίνει πως έχουμε χιλιάδες ανεξάρτητες μαρτυρίες ανθρώπων που είδαν τον αναστημένο Ιησού. Τα χειρόγραφα είναι μεταγενέστερα αντίγραφα που κυκλοφόρησαν στις χριστιανικές κοινότητες και μάλιστα η μεγάλη πλειοψηφία όσων σώζονται χρονολογούνται μετά τον 4ο αιώνα. Η ύπαρξη πολλών αντιγράφων αν και είναι εξαιρετικά σημαντική για την ιστορία της μετάδοσης του Χριστιανισμού, δεν μετατρέπει ένα αρχικό κείμενο σε χιλιάδες ανεξάρτητες μαρτυρίες. Η ιστορία των χειρόγραφων είναι διαφορετικό ζήτημα από την ιστορικότητα των γεγονότων που περιγράφουν. Αλλιώς, αν αύριο αρχίσουν άνθρωποι να αντιγράφουν τα βιβλία του Χάρυ Πότερ, θα έκανε την ύπαρξη της μαγείας αληθινή;
Το ίδιο ισχύει και για τα τέσσερα Ευαγγέλια. Τα κείμενα μεταξύ τους έχουν θεολογικές και λογοτεχνικές σχέσεις αλλά και πολλές διαφορές, το οποίο δίνει την ευκαιρία στους μελετητές να εξετάζουν τις πηγές και την εξέλιξη αυτών των αφηγήσεων.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν ανεξάρτητες, αμερόληπτες και σύγχρονες ιστορικές πηγές της ζωής και της ανάστασης του Ιησού. Οι μόνες πηγές που αναφέρουν τον Ιησού είναι το έργο του Ιώσηπου (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 94 μ.Χ.) και του Τάκιτου (Χρονικά 116 μ.Χ.), οι οποίες είναι αφενός αρκετά μεταγενέστερες και αφετέρου υπάρχει αντιπαράθεση για την γνησιότητα και σημασία τους.
Αν δεν υπάρχει θεός, τότε ποιο είναι το νόημα της ζωής;
Υπέθεσε, σε παρακαλώ, για λίγο ότι δεν υπάρχει θεός. Τι ακριβώς ακολουθεί αυτό; Ότι η ζωή σου σταματάει να έχει νόημα; Όχι, βέβαια.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο η ζωή έχει ένα κοσμικά προκαθορισμένο νόημα και στο να έχει νόημα για εμάς.
Η αγάπη, η φιλία, ο έρωτας, η δημιουργία, η γνώση, η προσφορά, η οικογένεια και η αναζήτηση της αλήθειας μπορούν να έχουν τεράστια αξία για κάποιον ακόμη κι αν το σύμπαν δεν έχει σχεδιαστεί από κάποιο παντοδύναμο ον.
Μάλιστα, η απουσία ενός προκαθορισμένου σκοπού μπορεί να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υποστηρίζει το επιχείρημα. Δεν μας στερεί το νόημα αλλά μας αφήνει την ευθύνη να το δημιουργήσουμε.
Είναι λυπηρό άνθρωποι να νιώθουν πως αν η ζωή τους δεν είχε προκαθορισμένο σκοπό σταματάει να έχει νόημα. Κανείς δεν σου χρωστάει ένα σκοπό. Δημιούργησε τον μόν@ σου μέσα από αυτά που αγαπάς, που δημιουργείς και τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου.
Αφού δεν πιστεύεις στον θεό, γιατί ασχολείσαι;
Θέλω να αναζητώ την αλήθεια και να συνδιαλέγομαι με άλλους ανθρώπους για την αναζήτηση αυτή. Θεωρώ την λογική το καλύτερο εργαλείο που έχω για αυτό το σκοπό και προσπαθώ να υποδεικνύω τον παραλογισμό και τα λογικά σφάλματα.
Οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη του θεού πιάνουν ένα ευρύ φάσμα, από φιλοσοφικές αλήθειες μέχρι ηθικές επιταγές και κοινωνικές συμπεριφορές. Άρα επηρεάζουν έμμεσα την ζωή μου και την κοινωνία στην οποία ζω.
Προσπαθώ να κάνω τον κόσμο στον οποίο ζω, όσο μπορώ εγώ καλύτερο. Για αυτό θέλω να σταματήσει το μίσος, οι ανισότητες, η βία και η γενικότερη ανηθικότητα που δημιουργήθηκε από τον θρησκευτικό δογματισμό.
Για το Ισλάμ γιατί δεν μιλάς;
Μιλάω και για το Ισλάμ. Όταν μου δίνεται η ευκαιρία.
Ζω σε μια επί των πλείστων χριστιανική χώρα, οπότε ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία που με επηρεάζει και χριστιανοί είναι το 99,9% των ανθρώπων με τους οποίους θα αντιπαρατεθώ. Θα ήταν σχεδόν ανούσιο λοιπόν, σε αυτό το πλαίσιο, να μιλάω για το Ισλάμ.
Παρόλα αυτά, μου έχει δοθεί αρκετές φορές η ευκαιρία να αντιπαρατεθώ και με μουσουλμάνους, που λίγο πολύ, η συζήτηση ήταν πανομοιότυπη. Αβρααμική θρησκεία είναι εξάλλου κι αυτή, θεολογικά.
Είμαι κατά του Ισλάμ όπως είμαι κατά του Χριστιανισμού, γιατί δεν πιστεύω την αλήθεια τους και διαφωνώ με τις πρακτικές τους.


