← Πίσω στις Γνώμες
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ & ΙΣΟΤΗΤΑΦΥΛΟ & ΛΟΑΤΚΙΑ+ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ

Γκλόρια Στάινεμ: Η φωνή ενός κινήματος που έκανε το «προσωπικό» πολιτικό

Η Γκλόρια Στάινεμ πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026, στα 92 της χρόνια. Είχε περάσει περισσότερες από έξι δεκαετίες υπενθυμίζοντας κάτι που κάποτε θεωρούνταν ριζοσπαστικό: ότι η γυναίκα δεν γεννήθηκε για να αποτελεί συμπλήρωμα της ζωής του άνδρα

Κοινοποίηση
Γκλόρια Στάινεμ: Η φωνή ενός κινήματος που έκανε το «προσωπικό» πολιτικό
Κοινοποίηση

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες της Δύσης. Το πρώτο κύμα είχε επικεντρωθεί κυρίως στα πολιτικά και νομικά δικαιώματα, με εμβληματικό αίτημα την ψήφο. Το δεύτερο πήγε βαθύτερα: στην εργασία, στην οικογένεια, στη σεξουαλικότητα, στην αναπαραγωγή, στην εκπαίδευση, στη βία και στην ίδια την κατανομή της εξουσίας μέσα στην καθημερινή ζωή.  Οι γυναίκες απαιτούσαν ίση αμοιβή και ίσες επαγγελματικές ευκαιρίες, πρόσβαση σε επαγγέλματα και πανεπιστήμια, αντισύλληψη και νόμιμη άμβλωση, παιδική φροντίδα, πολιτική εκπροσώπηση και προστασία από τη σεξουαλική και ενδοοικογενειακή βία. Αμφισβητούσαν παράλληλα την ιδέα ότι η μητρότητα, ο γάμος και η οικιακή εργασία αποτελούσαν τη μοναδική «φυσική» ολοκλήρωση της γυναίκας.

Το δεύτερο κύμα του φεμινισμού δεν ζητούσε απλώς από τις γυναίκες να μπουν στον κόσμο των ανδρών. Αμφισβητούσε έναν κόσμο που είχε κατασκευαστεί θεωρώντας την ανδρική εμπειρία ως μέτρο του ανθρώπινου. Το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό» συμπύκνωσε αυτή την επανάσταση στη σκέψη. Όσα παρουσιάζονταν ως ιδιωτικές δυσκολίες μιας γυναίκας μπορούσαν να αποτελούν εκδηλώσεις μιας ευρύτερης κοινωνικής δομής.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον αναδείχθηκε η Γκλόρια Στάινεμ. Δεν ίδρυσε το δεύτερο κύμα ούτε υπήρξε η μοναδική ή πρώτη θεωρητικός του. Υπήρχαν ήδη η Μπέτι Φρίνταν, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η Κέιτ Μίλετ, η bell hooks και πολλές ακόμη ακτιβίστριες και συγγραφείς, ενώ μαύρες, εργαζόμενες και λεσβίες φεμινίστριες διεύρυναν και συχνά αμφισβήτησαν τον κυρίαρχο λευκό, μεσοαστικό φεμινισμό. Η ιδιαίτερη δύναμη της Στάινεμ ήταν διαφορετική: μπορούσε να μεταφέρει τις φεμινιστικές ιδέες από τις οργανώσεις και τις ομάδες συνειδητοποίησης στη μαζική δημόσια συζήτηση.

 Η γυναίκα που έβγαλε τον φεμινισμό από το περιθώριο


 Γεννημένη το 1934 στο Οχάιο, μεγάλωσε σε μια δύσκολη οικογενειακή πραγματικότητα και, μετά το διαζύγιο των γονιών της, βρέθηκε πολύ νέα να φροντίζει τη μητέρα της. Σπούδασε στο Smith College και μετά την αποφοίτησή της, το 1956, έζησε για περίπου δύο χρόνια στην Ινδία. Η εμπειρία της εκεί και η επαφή της με μορφές συλλογικής και μη βίαιης πολιτικής δράσης επηρέασαν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αργότερα αντιλαμβανόταν τα κοινωνικά κινήματα.

Όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ και προσπάθησε να εργαστεί στη δημοσιογραφία, συνάντησε ακριβώς εκείνον τον κόσμο που αργότερα θα πολεμούσε: οι άνδρες δημοσιογράφοι αναλάμβαναν την πολιτική και τα «σοβαρά» θέματα, ενώ στις γυναίκες περίσσευαν η μόδα, οι σχέσεις και η γυναικεία καθημερινότητα.Το 1963 έκανε κάτι που θα τη σημάδευε. Μπήκε μυστικά ως εργαζόμενη «Bunny» στο Playboy Club της Νέας Υόρκης. Για έντεκα ημέρες έζησε από μέσα αυτό που η βιομηχανία πουλούσε ως γυναικεία απελευθέρωση και ανδρική φαντασίωση. 

Στο περίφημο «A Bunny’s Tale» κατέγραψε τους εξονυχιστικούς ελέγχους εμφάνισης, τους περιορισμούς, τις εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονταν οι εργαζόμενες και ένα εργασιακό περιβάλλον οικοδομημένο γύρω από την εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος. Η έρευνα συνέβαλε ακόμη και στην κατάργηση ορισμένων πρακτικών, όπως των φυσικών εξετάσεων των υποψηφίων εργαζομένων. Και τότε εμφανίστηκε ένα παράδοξο που θα ακολουθούσε ολόκληρη τη ζωή της: αντί η έρευνα να καθιερώσει αμέσως τη Στάινεμ ως σοβαρή δημοσιογράφο, το γεγονός ότι είχε φορέσει τη στολή του Playboy χρησιμοποιήθηκε για χρόνια εναντίον της. Η ίδια θεωρούσε επί μακρόν ότι το ρεπορτάζ είχε βλάψει την καριέρα της, καθώς δυσκολευόταν να πάρει σοβαρές δημοσιογραφικές αναθέσεις.

Η καθοριστική πολιτική μετατόπιση ήρθε το 1969. Σε δημόσια εκδήλωση για το δικαίωμα στην άμβλωση στη Νέα Υόρκη άκουσε γυναίκες να μιλούν ανοιχτά για τις εμπειρίες τους και μίλησε και η ίδια για την άμβλωση που είχε κάνει στα 22 της. Αργότερα περιέγραφε εκείνη την εμπειρία ως κομβική για τη συνειδητή ένταξή της στο γυναικείο κίνημα. Από εκεί και πέρα η δημοσιογράφος έγινε οργανώτρια. Η Στάινεμ αναδείχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του δεύτερου κύματος του φεμινισμού. Αγωνίστηκε για το δικαίωμα στην άμβλωση και την αναπαραγωγική αυτονομία, την Equal Rights Amendment, την ισότητα στην εργασία και την πολιτική εκπροσώπηση των γυναικών, ενώ συνέδεσε σταδιακά τον σεξισμό με τον ρατσισμό και άλλες κοινωνικές ανισότητες. 
Το 1971, μαζί με γυναίκες όπως οι Μπέλα Άμπζουγκ, Σίρλεϊ Τσίσολμ, Φάνι Λου Χάμερ και Μπέτι Φρίνταν, συμμετείχε στην ίδρυση του National Women’s Political Caucus. Περίπου 300 γυναίκες από 26 Πολιτείες συγκεντρώθηκαν με έναν τότε σχεδόν προκλητικό στόχο: να πάψουν οι γυναίκες να αποτελούν διακοσμητική εξαίρεση στην πολιτική εξουσία και να αποκτήσουν πραγματική εκπροσώπηση. Τότε μόλις 12 από τα 435 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων ήταν γυναίκες.  Την ίδια εποχή συνίδρυσε τη Women’s Action Alliance, δημιουργώντας δίκτυα που συνέδεαν τον φεμινιστικό ακτιβισμό σε εθνικό επίπεδο. 

Το Ms.  και η κατάκτηση του δημόσιου λόγου


Και ύστερα ήρθε το Ms. Το περιοδικό που συνίδρυσε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 έκανε κάτι επαναστατικό ακριβώς επειδή σήμερα μπορεί να φαίνεται αυτονόητο: αντιμετώπισε τις γυναίκες όχι ως καταναλώτριες καλλυντικών και συζύγους ανδρών, αλλά ως πολιτικά υποκείμενα. Έφερε σε μαζική κυκλοφορία συζητήσεις για τις αμβλώσεις, την ενδοοικογενειακή βία, τη σεξουαλική παρενόχληση, τις μισθολογικές ανισότητες και τους έμφυλους ρόλους. Η μεγάλη παρέμβαση της Στάινεμ δεν έγινε μόνο μέσα από μεμονωμένα δοκίμια. Το Ms., που συνίδρυσε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, έδωσε στον φεμινισμό ένα μαζικό δημοσιογραφικό βήμα. Θέματα που μέχρι τότε κρύβονταν πίσω από κλειστές πόρτες άρχισαν να τυπώνονται σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα: άμβλωση, βία μέσα στον γάμο, σεξουαλική παρενόχληση, μισθολογικές διακρίσεις, ανατροφή των παιδιών, πολιτική εξουσία. Το ίδιο το «Ms.» ήταν πολιτική δήλωση. Σε αντίθεση με τα «Miss» και «Mrs.», δεν προσδιόριζε μια γυναίκα ανάλογα με το αν ανήκε, μέσω γάμου, σε έναν άνδρα.

Η μεγαλύτερη κληρονομιά


Η Στάινεμ βοήθησε να αλλάξει το ίδιο το λεξιλόγιο με το οποίο οι γυναίκες περιέγραφαν τη ζωή τους. Η γυναίκα που πληρωνόταν λιγότερο δεν είχε απλώς κάνει «λάθος επαγγελματικές επιλογές». Η γυναίκα που επωμιζόταν μόνη σπίτι και παιδιά δεν ήταν απλώς κουρασμένη. Η γυναίκα που δεχόταν σεξουαλική παρενόχληση δεν ήταν υπερβολικά ευαίσθητη. Η γυναίκα που απαιτούσε έλεγχο πάνω στην αναπαραγωγή της δεν ήταν εγωίστρια. Πίσω από εκατομμύρια φαινομενικά διαφορετικές προσωπικές ιστορίες υπήρχαν κοινές δομές εξουσίας. Αυτή ήταν η μεγάλη κατάκτηση του δεύτερου κύματος: έδωσε πολιτικό όνομα σε εμπειρίες που επί αιώνες οι γυναίκες είχαν διδαχθεί να υπομένουν ατομικά και σιωπηλά. Και η Στάινεμ έγινε μία από τις γυναίκες που μετέφεραν αυτή την ιδέα από τις φεμινιστικές συνελεύσεις στην καρδιά της μαζικής κουλτούρας.

«After Black Power, Women's Liberation»


Το 1969 δημοσίευσε στο New York Magazine ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα κείμενά της, το «After Black Power, Women's Liberation». Εκεί επιχειρούσε να εξηγήσει στο ευρύ κοινό γιατί η γυναικεία απελευθέρωση δεν ήταν μια περιθωριακή εξέγερση «θυμωμένων γυναικών», αλλά πολιτικό κίνημα απέναντι σε πραγματικές δομές ανισότητας. Η Στάινεμ συνέδεε την οικονομική εξάρτηση με την κοινωνική υποταγή. Η γυναίκα που δεν διαθέτει ανεξάρτητο εισόδημα, που επωμίζεται σχεδόν αποκλειστικά τη φροντίδα των παιδιών και την απλήρωτη οικιακή εργασία και της οποίας η κοινωνική θέση εξαρτάται από τον άνδρα δεν βρίσκεται απλώς μέσα σε έναν παραδοσιακό «καταμερισμό ρόλων». Βρίσκεται μέσα σε μια σχέση άνισης ισχύος. Αυτό ήταν κεντρικό στο δεύτερο κύμα: η οικογένεια έπαψε να αντιμετωπίζεται ως χώρος έξω από την πολιτική.

«If Men Could Menstruate»


Το 1978 η Στάινεμ έγραψε ένα από τα ευφυέστερα σατιρικά φεμινιστικά δοκίμια, το «If Men Could Menstruate». Αν οι άνδρες είχαν περίοδο, υποστήριζε σατιρικά, η έμμηνος ρύση πιθανότατα δεν θα παρουσιαζόταν ως κάτι ντροπιαστικό ή ακάθαρτο. Θα μετατρεπόταν σε ένδειξη ανδρισμού και κοινωνικού κύρους. Πίσω από το χιούμορ βρισκόταν μια σοβαρή θέση: ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε τη βιολογία επηρεάζεται από τις σχέσεις εξουσίας. Δεν είναι το σώμα από μόνο του που δημιουργεί κοινωνική κατωτερότητα. Είναι η κοινωνία που αποφασίζει ποιο σώμα αποτελεί το «κανονικό» και ποιο το διαφορετικό, ποια σωματική λειτουργία είναι ουδέτερη και ποια πρέπει να κρύβεται.

«A Bunny's Tale»


Ήδη από το 1963 η Στάινεμ είχε πραγματοποιήσει μια από τις γνωστότερες δημοσιογραφικές έρευνες της εποχής. Εργάστηκε μυστικά ως Bunny στο Playboy Club και κατέγραψε την πραγματικότητα πίσω από τη λαμπερή εικόνα. Η σημασία του κειμένου ξεπερνούσε το Playboy. Έθετε ένα ερώτημα που θα δίχαζε αργότερα και το ίδιο το φεμινιστικό κίνημα: πότε η προβολή της γυναικείας σεξουαλικότητας αποτελεί ελευθερία και πότε αποτελεί εμπορευματοποίηση ενός σώματος που εξακολουθεί να κατασκευάζεται για την ανδρική κατανάλωση;

«What It Would Be Like If Women Win»


Το 1970 η Στάινεμ επιχείρησε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: να φανταστεί πώς θα έμοιαζε μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες είχαν πραγματικά κερδίσει την ισότητα. Η απάντησή της δεν ήταν απλώς «περισσότερες γυναίκες διευθύντριες» Οραματιζόταν έναν κόσμο όπου οι άνδρες θα συμμετείχαν πραγματικά στην ανατροφή των παιδιών, οι γυναίκες δεν θα ήταν οικονομικά εξαρτημένες από τον γάμο, οι επαγγελματικοί ρόλοι δεν θα καθορίζονταν από το φύλο και η φροντίδα δεν θα θεωρούνταν αυτονόητη γυναικεία υποχρέωση. Εδώ βρίσκεται ίσως και μία από τις βαθύτερες ιδέες του δεύτερου κύματος: απελευθέρωση δεν σημαίνει απλώς να επιτρέψεις στις γυναίκες να ανέβουν στην υπάρχουσα πυραμίδα. Σημαίνει να αμφισβητήσεις και την ίδια την πυραμίδα.

Η επιτυχία είχε τίμημα

Η Στάινεμ έγινε στόχος ενός επίμονου σεξισμού που συχνά δεν επιχειρούσε καν να αντικρούσει όσα έλεγε. Αντί γι’ αυτό σχολίαζε την εμφάνισή της, τη σεξουαλικότητά της, το αν είχε παντρευτεί, το αν είχε παιδιά. Ακόμη και η εικόνα της χρησιμοποιήθηκε εναντίον της: ήταν, κατά τους επικριτές της, «πολύ όμορφη» για να είναι πραγματική φεμινίστρια ή πολύ δημοφιλής για να είναι σοβαρή διανοούμενη.

Δεν φυλακίστηκε ούτε εξορίστηκε. Η «δίωξη» που γνώρισε ήταν διαφορετική: επαγγελματικός αποκλεισμός στα πρώτα χρόνια, χλευασμός, σεξιστικές επιθέσεις, πολιτική στοχοποίηση και μια διαρκής προσπάθεια να μετατραπεί η ίδια σε καρικατούρα ώστε να μη συζητούνται όσα έλεγε. Η Στάινεμ κατάλαβε ότι η ανισότητα δεν κατοικεί μόνο στους νόμους. Κατοικεί στο σπίτι, στον μισθό, στην εφημερίδα, στη διαφήμιση, στο ποιος μιλά και ποιος διακόπτεται, στο ποιος αποφασίζει για το σώμα μιας γυναίκας και ακόμη και στο ποια ζητήματα θεωρούνται αρκετά «σοβαρά» ώστε να είναι πολιτικά.
Και βοήθησε να μετατραπούν όσα επί αιώνες παρουσιάζονταν ως προσωπικές γυναικείες αποτυχίες σε πολιτικά ζητήματα. Αυτό ίσως είναι και το μεγαλύτερο αποτύπωμά της: δεν «έδωσε» στις γυναίκες φωνή — οι γυναίκες είχαν πάντοτε φωνή. Συνέβαλε στο να αποκτήσει αυτή η φωνή μικρόφωνο, έντυπο, οργανώσεις και πολιτική ισχύ.

Στη μακρά δημόσια παρουσία της η Στάινεμ συνδέθηκε επίσης με το ειρηνιστικό κίνημα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δικαιώματα των αυτοχθόνων γυναικών και περιβαλλοντικά ζητήματα. Πίσω από αυτές τις συμμαχίες βρισκόταν μια ολοένα ευρύτερη πολιτική ιδέα: διαφορετικά συστήματα κυριαρχίας μπορεί να στηρίζονται σε μια κοινή λογική ιεράρχησης — στην αντίληψη ότι ορισμένοι άνθρωποι δικαιούνται περισσότερη εξουσία, ελευθερία και φωνή από άλλους.Αυτό είναι και το σημείο όπου ο φεμινισμός παύει να σημαίνει απλώς «περισσότερες γυναίκες στην κορυφή».Γιατί μια κοινωνία δεν γίνεται αυτομάτως δίκαιη επειδή μια γυναίκα μπορεί πλέον να βρίσκεται στην κορυφή μιας άδικης ιεραρχίας. 
Η βαθύτερη ριζοσπαστική παράδοση του φεμινισμού θέτει ένα δυσκολότερο ερώτημα: γιατί πρέπει να υπάρχουν αυτές οι ιεραρχίες εξαρχής; Και εκεί ο φεμινιστικός αγώνας συναντά τον αντιρατσισμό, τα ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματα, την ταξική χειραφέτηση και τους υπόλοιπους αγώνες απέναντι στον αποκλεισμό. Η Γκλόρια Στάινεμ πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026, στα 92 της χρόνια. Είχε περάσει περισσότερες από έξι δεκαετίες υπενθυμίζοντας κάτι που κάποτε θεωρούνταν ριζοσπαστικό: ότι η γυναίκα δεν γεννήθηκε για να αποτελεί συμπλήρωμα της ζωής του άνδρα. 

Πηγές

  1. Associated Press (AP News)“Gloria Steinem, defining symbol of women’s movement and eloquent advocate for equality, dies at 92”
    AP News – Gloria Steinem dies at 92

  2. National Women’s History Museum“Gloria Steinem”
    National Women’s History Museum – Gloria Steinem

  3. New York University – Undercover Reporting“A Bunny’s Tale” – Gloria Steinem – Show Magazine
    NYU – Undercover Reporting: “A Bunny’s Tale”

  4. Ms. Magazine“Today in Feminist History: The National Women’s Political Caucus (July 12, 1971)”
    Ms. Magazine – National Women’s Political Caucus

Διαβάστε επίσης...