
Μια 25χρονη γυναίκα εντοπίστηκε νεκρή σε κιόσκι στον ποδηλατόδρομο της Ηγουμενίτσας.
Για τη δολοφονία της συνελήφθη ο 27χρονος πρώην σύντροφός της, ο οποίος σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία της κατάφερε πλήγματα με μαχαίρι, με αποτέλεσμα τον θάνατό της.
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, οι δύο είχαν χωρίσει περίπου έναν μήνα πριν. Ο 27χρονος φέρεται να υποστήριξε ότι είχε προηγηθεί έντονος καβγάς μεταξύ τους και στη συνέχεια της επιτέθηκε με σουγιά.
Αρχικά, ο ίδιος είχε παρουσιάσει στις Αρχές διαφορετική εκδοχή, υποστηρίζοντας ότι εκείνος και η πρώην σύντροφός του είχαν δεχθεί επίθεση από αγνώστους. Κατά την έρευνα, όμως, οι αστυνομικοί εντόπισαν αντιφάσεις και ο 27χρονος φέρεται τελικά να ομολόγησε.
Το μαχαίρι εντοπίστηκε και κατασχέθηκε σε σημείο όπου, σύμφωνα με την Αστυνομία, το είχε απορρίψει κατά την απομάκρυνσή του από τον τόπο του εγκλήματος.
Στο μεταξύ τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης αποτυπώνουν τη σφοδρότητα της επίθεσης που δέχθηκε η νεαρή γυναίκα. Η 25χρονη έφερε πολλαπλά τραύματα από σουγιά σε διάφορα σημεία του σώματός της, μεταξύ άλλων στον θώρακα και τη ράχη, ενώ ιδιαίτερα σοβαρά ήταν τα τραύματα στην περιοχή του τραχήλου. Τραύμα καταγράφηκε επίσης στο πόδι.
Τραυματισμένος και φρουρούμενος νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο Φιλιατών και ο 27χρονος πρώην σύντροφος της 25χρονης. Σύμφωνα με τα ευρήματα που έχουν γίνει γνωστά, έφερε τραύματα στην αριστερή πλευρά του θώρακα, με ένα από αυτά να είναι βαθύ και να έχει προκαλέσει κάκωση στον αριστερό πνεύμονα.
Τα τραύματα που έφερε ο ίδιος αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της έρευνας, καθώς στην αρχική του εκδοχή φέρεται να είχε υποστηρίξει ότι τόσο ο ίδιος όσο και η 25χρονη δέχθηκαν επίθεση και ληστεία από αγνώστους, γεγονός που δείχνει πως αυτοτραυματίστηκε και επί ώρες «έπαιζε θέατρο.
Η υπόθεση διερευνάται ως ανθρωποκτονία με δόλο, ενώ σε βάρος του σχηματίστηκε δικογραφία και για παραβάσεις περί ενδοοικογενειακής βίας και όπλων.
Δεν ήταν «ένας καβγάς που ξέφυγε».
Δεν ήταν «μια σχέση που τελείωσε άσχημα».
Είναι η πατριαρχική αντίληψη της κτήσης, του ελέγχου και της ανδρικής εξουσίας πάνω στο γυναικείο σώμα που, όταν συναντά την έμφυλη βία, μπορεί να γίνει θανατηφόρα.
Ο χωρισμός δεν είναι πρόκληση, η ζήλια δεν είναι δικαιολογία και ο θυμός δεν είναι άλλοθι. Κι όμως, ξανά η γλώσσα του «καβγά» επιχειρεί να ντύσει με ουδετερότητα μια υπόθεση που αφορά βία, εξουσία και έλεγχο.
Η πατριαρχία δεν βρίσκεται μόνο στις ακραίες εκφάνσεις της· αναπαράγεται κάθε φορά που η βία κατά μιας γυναίκας παρουσιάζεται ως «προσωπική υπόθεση» ή ως τραγική κατάληξη μιας σχέσης.

