
Η ιστορική σύνδεση γυναικών και γατών μπορεί να ιδωθεί ως ένα ιδιαίτερο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες ταξινομούν, ιεραρχούν και ηθικοποιούν τόσο τα ανθρώπινα όσο και τα μη ανθρώπινα σώματα. Δεν πρόκειται για μια ενιαία ή αδιάσπαστη παράδοση από τον Μεσαίωνα έως σήμερα, αλλά για διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες στις οποίες η γάτα απέκτησε συγκεκριμένες συμβολικές σημασίες και συνδέθηκε με αναπαραστάσεις της γυναικείας σεξουαλικότητας, της ανυπακοής, της οικιακότητας και της κοινωνικής απόκλισης.
Η μελέτη αυτής της σχέσης αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη σκοπιά της φεμινιστικής θεωρίας και των κριτικών σπουδών για τα ζώα. Από τη μία πλευρά, η γυναίκα που αποκλίνει από την κυρίαρχη έμφυλη κανονικότητα έχει ιστορικά κατασκευαστεί ως «αφύσικη», «επικίνδυνη» ή «υπερβολική». Από την άλλη, το μη ανθρώπινο ζώο έχει τοποθετηθεί σε μια ιεραρχική κατηγορία που επιτρέπει στους ανθρώπους να του αποδίδουν χαρακτήρες, προθέσεις και ηθικές ιδιότητες. Η γάτα βρίσκεται, σε διαφορετικές περιόδους, ακριβώς στη διασταύρωση αυτών των δύο διαδικασιών. (Cambridge)
Η δαιμονοποίηση του ζώου ως πολιτισμική πρακτική
Στη μεσαιωνική Ευρώπη η γάτα απέκτησε, σε συγκεκριμένα θρησκευτικά συμφραζόμενα, αρνητικές συμβολικές σημασίες. Η Vox in Rama, παπικό κείμενο του Γρηγορίου Θ΄ του 1233, συνέδεσε τη μαύρη γάτα με την περιγραφή υποτιθέμενων αιρετικών τελετουργιών στη Γερμανία. Η πηγή έχει σημασία για την ιστορία της δαιμονολογίας, καθώς εντάσσει τη γάτα σε ένα θεολογικό σχήμα που συνέδεε την αίρεση με το δαιμονικό.
Χρειάζεται, ωστόσο, να αποφεύγεται ένας ιδιαίτερα διαδεδομένος ιστορικός μύθος: η Vox in Rama δεν αποτελεί τεκμήριο μιας γενικής εκκλησιαστικής εντολής για εξόντωση των γατών στην Ευρώπη. Πρόκειται για παπικό κείμενο που απευθυνόταν σε συγκεκριμένους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς αποδέκτες στο πλαίσιο της καταπολέμησης μιας υποτιθέμενης αίρεσης.
Η ιστορική σημασία βρίσκεται επομένως όχι σε έναν υποτιθέμενο «πόλεμο κατά των γατών», αλλά στη συμβολική μετατόπιση του ζώου από το πεδίο της καθημερινής ζωής στο πεδίο της δαιμονολογικής φαντασίας.
Η μάγισσα και το ζώο ως κοινός τόπος υποψίας
Η σύνδεση γίνεται εντονότερη στις διώξεις για μαγεία της πρώιμης νεότερης Ευρώπης. Η ιστορικός Helen Parish εξετάζει τις σχέσεις ανάμεσα στις μάγισσες και τα ζώα που θεωρούνταν υπερφυσικοί σύντροφοί τους, βασιζόμενη σε δαιμονολογικά έργα, δικαστικά αρχεία, μαρτυρίες και έντυπα της εποχής. Τα ζώα αυτά δεν ήταν αποκλειστικά γάτες· περιλαμβάνονταν σκύλοι, φρύνοι, πουλιά και άλλα είδη.
Η γάτα απέκτησε, ωστόσο, ιδιαίτερα ισχυρή θέση στη μεταγενέστερη εικονογραφία της μάγισσας. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρχε μια απλή και σταθερή σχέση «γυναίκα–γάτα–μαγεία». Η Parish υπογραμμίζει ακριβώς την ανάγκη να μελετηθεί η σχέση ανθρώπων και ζώων μέσα στο ευρύτερο θρησκευτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο των δικών για μαγεία.
Η «μάγισσα» αποτελούσε ταυτόχρονα μια έντονα έμφυλη κατηγορία. Η γυναικεία παρουσία στις ευρωπαϊκές διώξεις για μαγεία υπήρξε σημαντική, αν και η αναλογία των γυναικών μεταξύ των κατηγορουμένων διέφερε αισθητά ανά περιοχή και περίοδο. Έτσι, η γάτα μπορούσε να λειτουργήσει ως μη ανθρώπινος συνοδός μιας μορφής γυναικείας παρέκκλισης.
Όταν η συμπεριφορά μετατρέπεται σε «χαρακτήρα»
Εδώ εμφανίζεται ένας κρίσιμος μηχανισμός ανθρωποκεντρικής αναπαράστασης.
Η γάτα χαρακτηρίστηκε κατά καιρούς «μυστηριώδης», «πονηρή», «αισθησιακή», «απρόβλεπτη» ή «ανυπότακτη». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν αποτελούν ουδέτερες επιστημονικές περιγραφές της συμπεριφοράς του ζώου. Είναι ανθρώπινες ηθικές κατηγορίες που μεταφέρονται σε ένα άλλο είδος.
Η διαδικασία είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αντισπισιστική θεωρία: δεν αρκεί να διαπιστώσουμε ότι οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τη γάτα ως σύμβολο της γυναίκας. Πρέπει να εξετάσουμε και το προηγούμενο βήμα — πώς κατασκευάστηκε η ίδια η «γάτα» ως ηθικός χαρακτήρας μέσα στην ανθρώπινη φαντασία.
Η αντίθεση με τον σκύλο είναι ενδεικτική. Η πολιτισμική αναπαράσταση του σκύλου συχνά δίνει έμφαση στην πίστη και την αφοσίωση, ενώ η γάτα παρουσιάζεται ως περισσότερο αυτάρκης ή απρόβλεπτη. Πρόκειται όμως για διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι ερμηνεύουν τις σχέσεις τους με άλλα είδη, όχι για αντικειμενικές ηθικές ιδιότητες των ίδιων των ζώων.
Η «ανυπάκουη» γάτα και η γυναικεία αυτονομία
Η σύνδεση γυναικών και γατών μετασχηματίστηκε στη νεότερη εποχή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πολιτική εικονογραφία της βικτωριανής Αγγλίας και των σουφραζετικών αγώνων.
Η ιστορικός Larissa Schulte Nordholt έχει μελετήσει τις γάτες σε καρτ ποστάλ σχετικές με το κίνημα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Η έρευνά της δείχνει ότι η γάτα χρησιμοποιήθηκε από την αντισουφραζετική προπαγάνδα ως εικόνα της γυναίκας που δεν μπορούσε —ή δεν ήθελε— να «εξημερωθεί». Ταυτόχρονα, το ίδιο σύμβολο μπορούσε να επανανοηματοδοτηθεί από τις ίδιες τις σουφραζέτες και να αποκτήσει θετικό πολιτικό περιεχόμενο. (AUP Online)
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό: τα σύμβολα δεν έχουν σταθερή πολιτική σημασία. Μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί στιγματισμού, αλλά και να επαναδιεκδικηθούν από εκείνους που αρχικά στόχευαν.
Η γάτα μπορούσε έτσι να λειτουργήσει ως εικαστική αναπαράσταση μιας γυναίκας που αρνείται την πλήρη συμμόρφωση στις προσδοκίες περί γυναικείας συμπεριφοράς.
Από τη μάγισσα στην «τρελή γυναίκα με τις γάτες»
Η σύγχρονη φιγούρα της «τρελής γυναίκας με τις γάτες» δεν είναι απλώς ένα αθώο αστείο. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα στερεοτύπων γύρω από την εργένικη ζωή.
Μελέτη των Hannah E. Dupuis και Yuthika U. Girme, που δημοσιεύθηκε στο Personality and Social Psychology Bulletin το 2024, εξέτασε τις διακρίσεις και τα στερεότυπα απέναντι σε ανύπαντρες γυναίκες και άνδρες, με συνολικό δείγμα 286 ενηλίκων από τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ερευνήτριες εντόπισαν διαφορετικά στερεότυπα για τα άτομα χωρίς σύντροφο, μεταξύ άλλων χαρακτηρισμούς που συνδέουν τις ανύπαντρες γυναίκες με τη μοναξιά και την αντικοινωνικότητα. Ο ίδιος ο τίτλος της μελέτης, «Cat Ladies» and «Mama’s Boys», καταγράφει τη θέση της «γυναίκας με γάτες» στο σύγχρονο στερεοτυπικό λεξιλόγιο γύρω από την εργένικη ζωή. (PubMed)
Η σημασία του στερεοτύπου δεν βρίσκεται στο εάν οι γυναίκες που ζουν με γάτες είναι πράγματι περισσότερο μόνες ή κοινωνικά απομονωμένες. Η επιστημονική αξία του βρίσκεται στο ότι αποκαλύπτει πώς η κοινωνική φαντασία αξιολογεί διαφορετικά την εργένικη ζωή ανάλογα με το φύλο.
Η γάτα μετατρέπεται έτσι σε υποτιθέμενο «υποκατάστατο» συντρόφου ή οικογένειας και η γυναίκα που δεν ακολουθεί την αναμενόμενη βιογραφική διαδρομή παρουσιάζεται ως ελλιπής.
Η φροντίδα ως εργασία και ως έμφυλη κατανομή
Η σχέση γυναικών και γατών, όμως, δεν αφορά μόνο την αναπαράσταση. Αφορά και την υλική εργασία της φροντίδας.
Η Rachel A. Lewis, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Hypatia το 2024, εξετάζει τη φεμινιστική διαειδική φροντίδα μέσα από επιτόπια εθνογραφική έρευνα σε καταφύγιο γατών στη Σύρο. Η έρευνα εξετάζει τόσο την αυτενέργεια των γατών όσο και τις έμφυλες, ταξικές και φυλετικές διαστάσεις της εργασίας φροντίδας. (Cambridge)
Η Lewis επισημαίνει ότι η φροντίδα των γατών αποτελεί σε μεγάλο βαθμό γυναικοκρατούμενη μορφή εργασίας. Στη μελέτη της αναφέρεται επίσης ότι οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα των εθελοντών σε καταφύγια ζώων και των βασικών φροντιστών ζώων συντροφιάς στο σπίτι.
Έτσι, το στερεότυπο της «τρελής γυναίκας με τις γάτες» αποκτά μια παράδοξη διάσταση: η εργασία φροντίδας μπορεί να θεωρείται φυσική όταν αποδίδεται στις γυναίκες και ταυτόχρονα γελοία όταν ασκείται με τρόπο που υπερβαίνει τα όρια της κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς.
Από την «κοινή καταπίεση» στην αυτενέργεια των ζώων
Η φεμινιστική προσέγγιση των σχέσεων ανθρώπων και ζώων έχει ιστορικά αναδείξει τις αναλογίες ανάμεσα στην καταπίεση των γυναικών και την εκμετάλλευση των ζώων. Η νεότερη θεωρητική συζήτηση, ωστόσο, επισημαίνει έναν κίνδυνο: να μιλάμε για τα ζώα κυρίως επειδή μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για ανθρώπινη καταπίεση.
Η Lewis προτείνει μια διαφορετική κατεύθυνση, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον προς τις επιθυμίες, την αυτενέργεια και τις ιδιαίτερες μορφές ζωής των ίδιων των ζώων. Η διαειδική αλληλεγγύη, υποστηρίζει, δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδέα μιας κοινής καταπίεσης ανθρώπων και ζώων.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για μια αντισπισιστική προσέγγιση. Η γάτα δεν χρειάζεται να αποδειχθεί «όμοια» με τη γυναίκα για να αποκτήσει ηθική σημασία. Η διαφορά δεν είναι επιχείρημα για την κατωτερότητα.
Όταν το ζώο παύει να είναι ανθρώπινη μεταφορά
Για αιώνες η γάτα χρησιμοποιήθηκε για να πει κάτι για τον άνθρωπο: ήταν η μάγισσα, η σεξουαλική γυναίκα, η ανυπάκουη γυναίκα, η εκκεντρική γυναίκα, η «τρελή» εργένισσα. Αλλά ακόμη και η θετική επανανοηματοδότηση της γάτας ως συμβόλου γυναικείας ανεξαρτησίας παραμένει, σε έναν βαθμό, ανθρωποκεντρική. Γιατί εξακολουθεί να θέτει στο επίκεντρο όχι τη γάτα αλλά το τι σημαίνει η γάτα για εμάς.
Η σύγχρονη φεμινιστική μελέτη των σχέσεων ανθρώπων και ζώων προτείνει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: από το ζώο ως αντικείμενο ανθρώπινης φροντίδας ή συμβολισμού προς το ζώο ως δρών υποκείμενο μέσα σε κοινά, διαειδικά περιβάλλοντα. Η έρευνα της Lewis, για παράδειγμα, εξετάζει τις γάτες όχι μόνο ως αποδέκτες ανθρώπινης φροντίδας αλλά ως όντα με δικές τους προτιμήσεις, σχέσεις και τρόπους δράσης.
Η γάτα, επομένως, δεν είναι «φεμινίστρια».
Δεν είναι η «ανεξάρτητη γυναίκα» σε ζωική μορφή.
Δεν είναι η μάγισσα.
Δεν είναι η «τρελή γεροντοκόρη».
Είναι ένα μη ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε ανθρώπινη μεταφορά για να αποκτήσει αξία.
Η αποδόμηση δύο ιεραρχιών
Η ιστορία της γυναίκας και της γάτας επιτρέπει τελικά να δούμε δύο διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες, μορφές ιεράρχησης. Η πατριαρχική τάξη μπορεί να κατασκευάζει τη γυναίκα που αποκλίνει από την κανονικότητα ως «αφύσικη», «υπερβολική» ή «τρελή». Ο ανθρωποκεντρισμός μπορεί να κατασκευάζει το ζώο ως κατώτερο, άλογο και διαθέσιμο προς χρήση ή συμβολική αξιοποίηση. Η γλώσσα συχνά αποκαλύπτει τη σύνδεση: «σκύλα», «γατούλα», «κότα», «αγελάδα», «γουρούνα». Η σύγκριση λειτουργεί ως προσβολή επειδή προϋποθέτει ότι το μη ανθρώπινο είναι κάτι κατώτερο.
Η αντισπισιστική κριτική δεν χρειάζεται, συνεπώς, να υποστηρίξει ότι γυναίκες και άλλα ζώα βιώνουν «την ίδια» καταπίεση. Χρειάζεται να εξετάσει πώς οι διαφορετικές ιεραρχίες συγκροτούνται, αλληλεπιδρούν και νομιμοποιούνται μέσα από κοινά πολιτισμικά σχήματα. Και εδώ η γάτα γίνεται ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Όχι επειδή είναι «σαν τη γυναίκα». Αλλά επειδή η ιστορία του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι μίλησαν για τη γάτα αποκαλύπτει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο μίλησαν για τη γυναίκα.
Το πραγματικά αντισπισιστικό ερώτημα να μην είναι γιατί η γυναίκα μοιάζει με τη γάτα. Αλλά γιατί χρειάστηκε ποτέ η γάτα να μοιάζει με άνθρωπο για να μπορέσουμε να της αποδώσουμε αξία.
Βασικές πηγές
Helen Parish, «“Paltrie Vermin, Cats, Mise, Toads, and Weasils”: Witches, Familiars, and Human-Animal Interactions in the English Witch Trials», Religions, 10(2), 134, 2019. (MDPI)
Larissa Schulte Nordholt, «From Pussy Panic to a Fascination with Felines: The Gendered Representations of Cats in Suffrage Postcards», Yearbook of Women’s History, 42, 2024, σ. 188–206. (AUP Online)
Hannah E. Dupuis & Yuthika U. Girme, «“Cat Ladies” and “Mama’s Boys”: A Mixed-Methods Analysis of the Gendered Discrimination and Stereotypes of Single Women and Single Men», Personality and Social Psychology Bulletin, 50(2), 2024, σ. 314–328. (PubMed)
Rachel A. Lewis, «Feline Entanglements: Feminist Interspecies Care and Solidarity in a Post-Pandemic World», Hypatia, 39(4), 2024, σ. 795–811. DOI: 10.1017/hyp.2024.13. (Cambridge)
Για τη Vox in Rama και την ένταξη της γάτας στη μεσαιωνική δαιμονολογία: ιστορική τεκμηρίωση για το παπικό κείμενο του 1233.

