Πρόσφατα, με αφορμή την απόφαση του ΕΟΠΥΥ να αφαιρέσει τις επιλογές «ακαθόριστο φύλο» και «άλλο φύλο» από την ηλεκτρονική πλατφόρμα χορήγησης Φαρμάκων Υψηλού Κόστους, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, επιχειρώντας να δώσει «δεξιά διαπιστευτήρια» στο συντηρητικό ακροατήριο, δήλωσε κατηγορηματικά στην τηλεόραση του Mega πως «τα φύλα είναι δύο» και ότι αυτό αποτελεί δεδομένο που δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.
Η αφετηρία της πλάνης τόσο του πολιτικού όσο και του δημοσιογραφικού λόγου έγκειται στην αφελή ταύτιση της ληξιαρχικής γραφειοκρατίας με τη βιολογική πραγματικότητα. Το γεγονός ότι μια διοικητική υπηρεσία, ένα έντυπο ταυτότητας ή μια πλατφόρμα υγείας χρησιμοποιεί συγκεκριμένο αριθμό από κουτάκια για λόγους ταξινόμησης, δεν σημαίνει ότι η φύση υπακούει στις κρατικές συμβάσεις αυτές. Η βιολογία δεν νομοθετείται σε υπουργικά συμβούλια, ούτε περιορίζεται από τις εκλογικές σκοπιμότητες της εκάστοτε εξουσίας. Στη σύγχρονη επιστήμη, το βιολογικό φύλο (sex) δε συνιστά έναν αδιαίρετο, δυαδικό διακόπτη δύο θέσεων, αλλά ένα πολυπαραγοντικό σύστημα αλληλεξαρτώμενων επιπέδων, τα οποία συμπλέκονται, αλληλεπιδρούν και διαμορφώνονται δυναμικά κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης και της ήβης.
Η βιολογική αυτή αλληλουχία ξεκινά από το γενετικό επίπεδο, δηλαδή την παρουσία ή απουσία συγκεκριμένων λειτουργικών γονιδίων καθορισμού φύλου, με κυριότερο το γονίδιο SRY. Αυτό το γονιδιακό υπόβαθρο δεν ταυτίζεται αυτόματα με το χρωμοσωμικό επίπεδο, δηλαδή τη συνολική χρωμοσωμική σύνθεση κατά τη γονιμοποίηση, καθώς η παρουσία των χρωμοσωμάτων δεν συνεπάγεται πάντα την ορθή λειτουργία των γονιδίων που φέρουν. Η γενετική αυτή πληροφορία ενεργοποιεί στη συνέχεια το επίπεδο των γονάδων, καθορίζοντας αν ο αδιαφοροποίητος εμβρυϊκός ιστός θα εξελιχθεί σε όρχεις, ωοθήκες ή κάποια άλλη ενδιάμεση κατάσταση, εξέλιξη που με τη σειρά της ορίζει το γαμετικό επίπεδο, δηλαδή την ικανότητα παραγωγής ή όχι συγκεκριμένου τύπου γαμετών. Παράλληλα, οι αναπτυσσόμενες γονάδες εκκρίνουν ορμόνες διαμορφώνοντας το ορμονικό επίπεδο, η δράση και η κυτταρική πρόσληψη των οποίων καθοδηγούν ξεχωριστά το εσωτερικό ανατομικό επίπεδο, δηλαδή τη διαμόρφωση των πόρων του Müller ή των πόρων του Wolff, και το εξωτερικό ανατομικό επίπεδο των γεννητικών οργάνων. Τέλος, κατά την περίοδο της ήβης, η ορμονική δραστηριότητα σφραγίζει το επίπεδο των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου, διαμορφώνοντας χαρακτηριστικά όπως η τριχοφυΐα, η κατανομή του λίπους, το μέγεθος του στήθους και άλλα.
Όταν τα παραπάνω επίπεδα διαφοροποιούνται από τις δυο τυπικά αναμενόμενες καταστάσεις (άρρεν, θήλυ), προκύπτει η διαφυλικότητα: μια αντικειμενική, μετρήσιμη και ανατομικά αποδεδειγμένη βιολογική πραγματικότητα. Τα διαφυλικά (intersex) άτομα γεννιούνται με ανατομικά, χρωμοσωμικά ή ορμονικά χαρακτηριστικά που δεν εμπίπτουν στις τυπικές νόρμες του «αρσενικού» ή «θηλυκού». Η ύπαρξή τους δεν αποτελεί ζήτημα αυτοπροσδιορισμού, κοινωνικής επιλογής ή ταυτότητας φύλου, αλλά ενδογενή βιολογική ποικιλομορφία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανεπάρκεια του ενζύμου 5α-αναγωγάση, κατά την οποία άτομα με χρωμοσώματα 46, XY και λειτουργικό γονίδιο SRY διαθέτουν εσωτερικά όρχεις και παράγουν τεστοστερόνη, αλλά λόγω της αδυναμίας μετατροπής της σε διυδροτεστοστερόνη (DHT), γεννιούνται με εξωτερικά γεννητικά όργανα που φαίνονται θηλυκά ή ασαφή. Στην ήβη, η απότομη αύξηση της τεστοστερόνης προκαλεί αιφνίδια αρρενοποίηση του σώματος. Στο Σύνδρομο Έλλειψης Ευαισθησίας στα Ανδρογόνα (AIS), άτομα με καρυότυπο 46, XY διαθέτουν όρχεις που εκκρίνουν ανδρογόνα, αλλά επειδή οι κυτταρικοί υποδοχείς τους είναι αδρανείς, το σώμα αναπτύσσει εξωτερικά πλήρως θηλυκό φαινότυπο. Αντίστοιχα, στη Συγγενή Υπερπλασία Επινεφριδίων (CAH), άτομα με χρωμοσώματα 46, XX υφίστανται αρρενοποίηση των εξωτερικών οργάνων λόγω υπερβολικής εμβρυϊκής παραγωγής ανδρογόνων, ενώ σε χρωμοσωμικές παραλλαγές όπως τα σύνδρομα Klinefelter (47, XXY) και Turner (45, X) τα διάφορα επίπεδα του φύλου συμπλέκονται με τρόπους που ακυρώνουν κάθε έννοια διπολικότητας.
Τα διαφυλικά άτομα δεν είναι «ανώμαλα», ούτε «ψυχικά άρρωστα». Η προσπάθεια του Α. Πορτοσάλτε να παραπέμψει στον ψυχίατρο όποιον δεν προσαρμόζεται στο δίπολο συνιστά επικίνδυνο σκοταδισμό και αντιεπιστημονικό παραλήρημα. Η διαφυλικότητα είναι βιολογική πραγματικότητα και όχι ψυχιατρική παθολογία. Όπως τεκμηριώνουν η Hida Viloria και η Maria Nieto στο θεμελιώδες σύγγραμμά τους The Spectrum of Sex: The Science of Male, Female, and Intersex (Jessica Kingsley Publishers, 2020), η κυτταρική, γενετική και ανατομική βιολογία αποδεικνύει την ύπαρξη ενός φυσικού φάσματος φύλου. Παράλληλα, στην Ελλάδα, ο οργανισμός Intersex Greece δίνει καθημερινό αγώνα για την ενημέρωση της κοινωνίας, την αντιμετώπιση του στίγματος και την παύση των ακρωτηριαστικών χειρουργικών επεμβάσεων σε διαφυλικά βρέφη, οι οποίες απαγορεύτηκαν διά νόμου πριν από μόλις ελάχιστα χρόνια.
Παράλληλα με το βιολογικό φύλο (sex), το οποίο καθορίζεται από χρωμοσωμικά, ορμονικά και ανατομικά χαρακτηριστικά, η επιστήμη διακρίνει σαφώς το κοινωνικό φύλο (gender), δηλαδή το σύστημα των κοινωνικών κατηγοριών, ρόλων και προσδοκιών που κατασκευάζει κάθε πολιτισμικό πλαίσιο, την ταυτότητα φύλου (gender identity), δηλαδή την εσωτερική, βαθιά βιωματική αίσθηση του ατόμου για το φύλο του (αν νιώθει άνδρας, γυναίκα, non-binary, agender κ.λπ.) με νευροβιολογικές και ψυχολογικές βάσεις, καθώς και την έκφραση φύλου (gender expression), δηλαδή τον εξωτερικό τρόπο με τον οποίο το άτομο παρουσιάζει το φύλο του μέσω της αμφίεσης, της συμπεριφοράς και της εικόνας του (αρρενωπή, θηλυπρεπής, ανδρόγυνη ή ουδέτερη). Οι όροι cisgender και transgender αποτελούν προσδιορισμούς που περιγράφουν αν η εσωτερική ταυτότητα συμφωνεί ή διαφέρει, αντίστοιχα, από το φύλο που αποδόθηκε στο άτομο κατά τη γέννηση (assigned sex at birth). Η προσπάθεια ψυχιατρικοποίησης της ταυτότητας φύλου ή της μη-δυαδικότητας προσκρούει στη συναινετική θέση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) και του Αμερικανικού Ψυχιατρικού Συλλόγου (APA), οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι η ποικιλομορφία της ταυτότητας φύλου αποτελεί πτυχή της ανθρώπινης φύσης.
Στη δημοκρατία, ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του. Όμως, όλες οι γνώμες δεν έχουν την ίδια βαρύτητα. Η γνώμη ενός πολιτικού ή ενός τηλεοπτικού σχολιαστή για τη βιολογία του φύλου δεν ζυγίζει το ίδιο με τη διεθνή επιστημονική ομοφωνία, τις δημοσιευμένες έρευνες γενετικής και τις θέσεις των παγκόσμιων οργανισμών υγείας. Όταν η προσωπική αμάθεια βαφτίζεται «κοινή λογική» και το κράτος διαγράφει το «ακαθόριστο/άλλο φύλο» από τις πλατφόρμες του ΕΟΠΥΥ στερώντας την ισότιμη πρόσβαση στην υγεία, το αποτέλεσμα δεν είναι η περιφρούρηση της φύσης, αλλά ο θεσμικός αναλφαβητισμός. Η βιολογική ποικιλομορφία είναι αδιαμφισβήτητη και η άρνησή της αποτελεί απλώς δείγμα σκοταδισμού.


