Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences εξέτασε δεδομένα από 21.851 ασθενείς σε τμήματα επειγόντων περιστατικών σε δύο χώρες, συνδυάζοντας πραγματικά δεδομένα με ελεγχόμενο πείραμα. Το συμπέρασμα ήταν σαφές: οι γυναίκες ήταν λιγότερο πιθανό να λάβουν αναλγητικά από τους άνδρες για αντίστοιχες ενοχλήσεις. Η διαφορά παρέμενε ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη τις βαθμολογίες πόνου και άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση. (PubMed Central (PMC))
Στα δεδομένα της μελέτης, 38% των γυναικών έλαβαν κάποιο παυσίπονο, έναντι 47% των ανδρών. Και αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι οι μέσες αναφορές πόνου δεν απείχαν σημαντικά: οι γυναίκες αξιολόγησαν τον πόνο τους κατά μέσο όρο με 6,64, έναντι 6,81 των ανδρών.
Η ανισότητα δεν περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο είδος φαρμάκου. Οι ερευνητές διαπίστωσαν διαφορά τόσο στη χορήγηση οπιοειδών όσο και μη οπιοειδών αναλγητικών. Επιπλέον, ο πόνος των γυναικών ήταν περίπου 10% λιγότερο πιθανό να καταγραφεί από νοσηλευτές, ενώ οι γυναίκες παρέμεναν κατά μέσο όρο περίπου 30 λεπτά περισσότερο στα επείγοντα. (PubMed Central (PMC))
Το σημαντικότερο ίσως εύρημα είναι ότι η διαφορά δεν εξαφανιζόταν όταν η απόφαση λαμβανόταν από γυναίκες επαγγελματίες υγείας. Σύμφωνα με τη μελέτη, τόσο άνδρες όσο και γυναίκες γιατροί χορηγούσαν λιγότερα αναλγητικά στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες ασθενείς. Αυτό υποδεικνύει ότι δεν πρόκειται απλώς για την προσωπική προκατάληψη ενός συγκεκριμένου επαγγελματία, αλλά μπορεί να αντανακλά βαθύτερα στερεότυπα που έχουν ενσωματωθεί στη διαδικασία αξιολόγησης του πόνου. (PubMed Central (PMC))
Το στερεότυπο της «υπερβολικής» γυναίκας
Για αιώνες, ο γυναικείος πόνος συνδεόταν με την ιδέα ότι οι γυναίκες είναι περισσότερο συναισθηματικές, ευάλωτες ή «υπερβολικές». Η ιστορία της ιατρικής είναι γεμάτη παραδείγματα όπου συμπτώματα που σήμερα αναγνωρίζονται ως πραγματικές παθολογικές καταστάσεις αποδίδονταν σε ψυχολογικούς ή χαρακτήρα-κεντρικούς λόγους.
Η σύγχρονη έρευνα δεν επιτρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται αυτές οι αντιλήψεις ως απλές ιστορικές curiosities. Το ερώτημα είναι κατά πόσο τέτοια στερεότυπα εξακολουθούν να επηρεάζουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται μέσα στα νοσοκομεία.
Και η μελέτη για τα παυσίπονα δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό.
Η γυναίκα που λέει «πονάω» μπορεί να μην αντιμετωπίζεται ακριβώς όπως ο άνδρας που λέει το ίδιο πράγμα.
Η ιατρική ιστορία γράφτηκε για το ανδρικό σώμα
Η έμφυλη ανισότητα στην υγεία, ωστόσο, δεν αρχίζει στα επείγοντα. Συνδέεται και με τον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε ιστορικά η ιατρική γνώση.
Για μεγάλο μέρος της σύγχρονης επιστημονικής ιστορίας, το ανδρικό σώμα αντιμετωπιζόταν ως το βασικό πρότυπο. Οι γυναίκες συχνά θεωρούνταν μια «ειδική» κατηγορία, κυρίως λόγω της αναπαραγωγικής τους λειτουργίας, αντί να αντιμετωπίζονται ως ισότιμος πληθυσμός που πρέπει να μελετηθεί σε όλες τις διαστάσεις της υγείας.
Το πρόβλημα δεν περιορίστηκε στη θεωρία. Για δεκαετίες, οι γυναίκες υποεκπροσωπούνταν ή αποκλείονταν από μέρος της βιοϊατρικής έρευνας, με αποτέλεσμα η γνώση για το πώς λειτουργούν ορισμένα φάρμακα και θεραπείες στο γυναικείο σώμα να είναι ελλιπής.
Το ίδιο το NIH αναγνωρίζει σήμερα την ανάγκη συστηματικής συμμετοχής των γυναικών στην κλινική έρευνα, ενώ οι κατευθυντήριες γραμμές του προβλέπουν την ένταξη γυναικών στις χρηματοδοτούμενες κλινικές μελέτες και, στις κατάλληλες μελέτες Φάσης III, ανάλυση των αποτελεσμάτων ανά φύλο. (grants.nih.gov)
Μάλιστα, τα στοιχεία του NIH για το οικονομικό έτος 2025 δείχνουν ότι στις χρηματοδοτούμενες κλινικές έρευνες συμμετείχαν 8,2 εκατομμύρια άτομα σε αμερικανικά κέντρα και 2,85 εκατομμύρια εκτός ΗΠΑ, ενώ συνολικά το 57,8% των συμμετεχόντων καταγράφηκε ως γυναίκες, έναντι 35,3% ανδρών και 7% άγνωστου ή μη δηλωμένου φύλου. (grants.nih.gov)
Αυτό δείχνει ότι η κατάσταση έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν. Δεν σημαίνει όμως ότι το πρόβλημα έχει λυθεί. Η συμμετοχή των γυναικών στις μελέτες είναι μόνο το πρώτο βήμα. Εξίσου σημαντικό είναι τα δεδομένα να αναλύονται πραγματικά ανά φύλο και οι διαφορές να μεταφράζονται σε διαφορετικές, όταν χρειάζεται, κλινικές οδηγίες.
Από τα φάρμακα μέχρι τη διάγνωση
Η έμφυλη προκατάληψη στην υγεία μπορεί να εμφανιστεί σε πολλά επίπεδα: στην αξιολόγηση του πόνου, στην απόφαση για εξετάσεις, στη διάγνωση, στη χορήγηση θεραπείας αλλά και στην ίδια την ερευνητική διαδικασία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία της ζολπιδέμης, ενός ευρέως χρησιμοποιούμενου φαρμάκου για την αϋπνία. Διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες απομακρύνουν το φάρμακο από τον οργανισμό τους διαφορετικά από τους άνδρες, γεγονός που οδήγησε την FDA το 2013 να μειώσει τη συνιστώμενη δόση για τις γυναίκες. Η περίπτωση αυτή χρησιμοποιείται συχνά ως παράδειγμα του γιατί η απλή υπόθεση ότι «ένα φάρμακο λειτουργεί το ίδιο σε όλους» μπορεί να είναι προβληματική. (PubMed Central (PMC))
Η σύγχρονη επιστήμη έχει πλέον ισχυρότερο θεσμικό πλαίσιο για να αποφεύγει τέτοιες παραλείψεις. Το NIH, για παράδειγμα, απαιτεί από τις χρηματοδοτούμενες κλινικές έρευνες να αντιμετωπίζουν την ένταξη των γυναικών και να εξετάζουν πιθανές διαφοροποιήσεις των αποτελεσμάτων ανά φύλο. (grants.nih.gov)
Όμως η προκατάληψη δεν εξαφανίζεται επειδή αλλάζει ένας κανονισμός.
Η «υστερία» δεν είναι διάγνωση
Ίσως ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο γυναικείος πόνος έχει ιστορικά ψυχολογικοποιηθεί.
Η ενδομητρίωση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για μια πάθηση που μπορεί να προκαλεί έντονο και χρόνιο πόνο, όμως πολλές γυναίκες χρειάζονται χρόνια μέχρι να λάβουν διάγνωση. Το γεγονός ότι μια γυναίκα μπορεί να εμφανίζει συμπτώματα που δεν ταιριάζουν σε ένα παραδοσιακό «ανδρικό» πρότυπο δεν σημαίνει ότι τα συμπτώματα είναι λιγότερο πραγματικά.
Το ίδιο ζήτημα έχει αναδειχθεί και στην καρδιαγγειακή υγεία. Τα συμπτώματα καρδιακής προσβολής στις γυναίκες μπορεί να παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα στερεοτυπικά συμπτώματα που έχουν ιστορικά χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο. Όταν το πρότυπο είναι ανδρικό, κάθε απόκλιση από αυτό μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καθυστερημένης αναγνώρισης.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: δεν χρειάζεται ένας γιατρός να είναι συνειδητά σεξιστής για να λειτουργήσει μια έμφυλη προκατάληψη μέσα στην ιατρική πράξη.
Τα στερεότυπα μπορούν να λειτουργούν ασυνείδητα.
Από την «αντικειμενική» ιατρική στην ισότιμη ιατρική
Το εύρημα για τα παυσίπονα δεν σημαίνει ότι κάθε γυναίκα που φεύγει από ένα τμήμα επειγόντων χωρίς αναλγητικό έχει υποστεί διάκριση. Ούτε σημαίνει ότι κάθε διαφοροποίηση στη θεραπεία αποτελεί αποτέλεσμα σεξισμού. Η ιατρική απόφαση είναι σύνθετη και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Αυτό ακριβώς κάνει όμως το εύρημα της μελέτης σημαντικό: όταν μια συστηματική διαφορά παραμένει ακόμη και αφού ληφθούν υπόψη πολλές από αυτές τις παραμέτρους, αξίζει να εξεταστεί σοβαρά ο ρόλος της προκατάληψης. (PubMed Central (PMC))
Η λύση δεν είναι να αντιμετωπίζονται γυναίκες και άνδρες με μηχανικά πανομοιότυπο τρόπο. Η λύση είναι να αντιμετωπίζεται κάθε ασθενής με βάση τα πραγματικά κλινικά δεδομένα και όχι με βάση στερεότυπα για το φύλο του.
Η ιατρική του 21ου αιώνα δεν μπορεί να βασίζεται σε ένα ανθρώπινο σώμα ως «προεπιλεγμένο» πρότυπο και να θεωρεί όλα τα υπόλοιπα αποκλίσεις.
Χρειάζεται έρευνα που να περιλαμβάνει γυναίκες, δεδομένα που να αναλύονται ανά φύλο, κλινικές οδηγίες που να αναγνωρίζουν τις διαφοροποιήσεις και, κυρίως, επαγγελματίες υγείας εκπαιδευμένους να αναγνωρίζουν τις δικές τους προκαταλήψεις.
Γιατί τελικά το ζήτημα δεν είναι αν μια γυναίκα «αντέχει» περισσότερο ή λιγότερο πόνο από έναν άνδρα.
Το ζήτημα είναι αν όταν λέει «πονάω», η ιατρική την ακούει.


