← Πίσω στις Γνώμες
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ & ΙΣΟΤΗΤΑΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

Το Σπίτι Πάνω από το Πηγάδι - Ένα διήγημα για τον φόβο, τον έλεγχο και την ενδοοικογενειακή βία

Το «Σπίτι Πάνω από το Πηγάδι» είναι αφιερωμένο στις γυναίκες που έμαθαν να φοβούνται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, να μετρούν λέξεις και κινήσεις και, ύστερα, να ακούν: «Γιατί δεν έφυγες;» Είναι ένα διήγημα για την ενδοοικογενειακή βία, τον εξαναγκαστικό έλεγχο και την κακοποίηση που συχνά προηγείται του χτυπήματος. Η ευθύνη ανήκει πάντα σε εκείνον που ασκεί τη βία, ποτέ σε εκείνη που δεν μπόρεσε να φύγει.

Κοινοποίηση
Το Σπίτι Πάνω από το Πηγάδι - Ένα διήγημα για τον φόβο, τον έλεγχο και την ενδοοικογενειακή βία
Κοινοποίηση

Προειδοποίηση περιεχομένου: Το διήγημα περιλαμβάνει θεματικές ενδοοικογενειακής βίας, ψυχολογικής κακοποίησης, εξαναγκαστικού ελέγχου, απειλών και θανάτου.


Το Σπίτι Πάνω από το Πηγάδι

Στο χωριό έλεγαν πως το σπίτι του Αντρέα Βαρδή ήταν χτισμένο πάνω σ’ ένα παλιό πηγάδι, μα κανείς δεν ήξερε πού ακριβώς βρισκόταν το στόμιό του ούτε αν υπήρξε στ’ αλήθεια. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν κάποιον παππού να λέει πως το είχαν σκεπάσει πριν από τον πόλεμο, όταν το νερό μαύρισε, άλλοι επέμεναν πως δεν ήταν παρά μία από εκείνες τις ιστορίες που γεννιούνται γύρω από παλιά σπίτια, επειδή οι άνθρωποι δυσκολεύονται να δεχτούν ότι η πέτρα μπορεί να τρίζει χωρίς να κρύβει κάτι από κάτω. Τις νύχτες με δυνατή βροχή, πάντως, ακουγόταν από την κουζίνα ένας βαθύς, ακανόνιστος ήχος, σαν σταγόνες που έπεφταν πολύ χαμηλότερα από τα θεμέλια, κι όταν η Άννα τον άκουσε την πρώτη κιόλας εβδομάδα που μπήκαν στο σπίτι, είχε σταθεί ξυπόλυτη πάνω στα παγωμένα πλακάκια, με το νυχτικό της κολλημένο στις γάμπες και το κεφάλι γερμένο, προσπαθώντας να καταλάβει από πού ερχόταν. Ο Αντρέας είχε γελάσει. Δεν πίστευε σε πηγάδια που θυμούνται, σπίτια που κρατούν μυστικά ή νεκρούς που επιστρέφουν, πίστευε στα πράγματα που μπορούσες να κρατήσεις στα χέρια σου, σε γερά κλειδιά, σε πόρτες που έκλειναν σωστά, σε λογαριασμούς πληρωμένους στην ώρα τους και σε συμβόλαια με το όνομά σου τυπωμένο καθαρά στην πρώτη σελίδα. Πίστευε, κυρίως, στην τάξη, και η τάξη για εκείνον δεν ήταν ποτέ κάτι αφηρημένο. Ένα σπίτι έπρεπε να έχει όρια, μια οικογένεια κανόνες, κι ένας άνθρωπος όφειλε να ξέρει ποια πράγματα τού ανήκαν και ποια όχι.

Το σπίτι το είχε αγοράσει λίγο πριν παντρευτούν. Η Άννα ήταν τότε είκοσι έξι χρονών, φορούσε ένα κόκκινο παλτό που άφηνε πάντα ξεκούμπωτο ακόμη και στο κρύο και γελούσε πολύ πιο δυνατά απ’ όσο θα γελούσε τα επόμενα χρόνια. Την πρώτη φορά που την έφερε να το δει, στάθηκε στη μέση της άδειας αυλής, ανάμεσα στις γυμνές τριανταφυλλιές και στη μεγάλη συκιά που έμοιαζε νεκρή, και κοίταξε τα παράθυρα του επάνω ορόφου. 

«Είναι τεράστιο», είπε, κι εκείνος, περήφανος που μπορούσε ήδη να της προσφέρει κάτι τόσο χειροπιαστό, απάντησε πως θα το γέμιζαν. 

Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με το πιγούνι ελαφρά σηκωμένο, όπως τον κοίταζε τότε όταν επρόκειτο να διαφωνήσει μαζί του, χωρίς να χαμηλώνει το βλέμμα ούτε για να του κάνει το χατίρι, και ο Αντρέας θυμόταν ότι αυτή ακριβώς η ιδιότητα ήταν ένα από τα πράγματα που τον είχαν τραβήξει πάνω της, η αίσθηση ότι η Άννα είχε δικό της κέντρο βάρους και δεν μετακινούνταν εύκολα από εκεί όπου είχε αποφασίσει να σταθεί. Αργότερα δεν θα μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς αυτό που στην αρχή του φαινόταν ζωντανό και γοητευτικό άρχισε να του φαίνεται πείσμα. Ίσως μετά τον γάμο, όταν άρχισε να καταλαβαίνει πως μια γυναίκα μπορούσε να του υποσχεθεί ότι θα μοιραστεί μαζί του τη ζωή της και παρ’ όλα αυτά να εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τη φράση «η ζωή μου» σαν να επρόκειτο για κάτι ξεχωριστό από εκείνον.

Η πρώτη τους σοβαρή διαφωνία, όπως τη θυμόταν ο Αντρέας, δεν ήταν καν σοβαρή, κι αυτό είχε σημασία γι’ αυτόν γιατί για χρόνια την ανέσυρε σαν απόδειξη ότι όλα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά αν η Άννα δεν επέμενε να δίνει βάρος σε μικρά πράγματα. 

Ετοιμάζονταν να πάνε σ’ ένα πάρτι και εκείνη είχε φορέσει ένα μαύρο φόρεμα με ανοιχτή πλάτη. Ο Αντρέας καθόταν στην άκρη του κρεβατιού δένοντας τα παπούτσια του και, όταν τη είδε να βγαίνει από το μπάνιο, της είπε να βάλει κάτι άλλο. Δεν το είπε θυμωμένα, ούτε εκείνη φάνηκε στην αρχή να το παίρνει σοβαρά. 

«Γιατί;» ρώτησε κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, και εκείνος εξήγησε πως δεν χρειαζόταν να την κοιτάζει ο κάθε άντρας που θα βρισκόταν εκεί. 

«Δεν ντύθηκα για τους άλλους», του είπε. 

«Δεν είπα αυτό.» 

Η Άννα γύρισε από τον καθρέφτη και τον κοίταξε. 

«Είσαι γυναίκα μου», είπε τελικά. 

Η Άννα τον κοίταξε για λίγο και ρώτησε: «Και;» 

Μία λέξη μόνο, όμως έμεινε μέσα του για χρόνια. Σαν να είχε βάλει η Άννα ένα χέρι πάνω σ’ ένα όριο που εκείνος δεν ήξερε καν ότι χρειαζόταν να υπερασπιστεί. Για τον Αντρέα ο γάμος άλλαζε αναγκαστικά τη γραμμή ανάμεσα στο δικό σου και στο δικό μου, διαφορετικά τι ακριβώς άλλαζε; Η Άννα τελικά άλλαξε φόρεμα. Για τον Αντρέα όλα αυτά ήταν απόδειξη ότι δεν είχε συμβεί τίποτα κακό. Δεν ήξερε ότι η Άννα είχε μείνει ξύπνια σχεδόν όλη τη νύχτα, κοιτάζοντας το ταβάνι, και πως το συναίσθημα που προσπαθούσε περισσότερο να καταλάβει δεν ήταν ο θυμός αλλά η ανακούφιση που είχε αισθανθεί όταν είχε κλείσει την ντουλάπα πάνω στο μαύρο φόρεμα.

Τα χρόνια έφεραν έπιπλα, λογαριασμούς, ένα τραπέζι που ο Αντρέας διάλεξε επειδή ήταν από μασίφ ξύλο, παιδικά παιχνίδια στα δωμάτια και μια κόρη που την ονόμασαν Ελένη. Έφεραν επίσης περισσότερες κλειδαριές. Η πρώτη μπήκε στην αυλόπορτα όταν έκλεψαν το ποδήλατο των γειτόνων, η δεύτερη στην πίσω πόρτα, αργότερα ήρθε ο συναγερμός και ύστερα δύο κάμερες, μία προς τον δρόμο και μία προς την αυλή. Η Άννα χρησιμοποίησε τη λέξη υπερβολή, εκείνος προτιμούσε τη λέξη προστασία. Από το κινητό του μπορούσε πια να βλέπει ποιος πλησίαζε το σπίτι, αν είχε περάσει κάποιος από την αυλόπορτα, τι ώρα έβγαινε η γυναίκα του και πότε επέστρεφε. Αν αργούσε, τηλεφωνούσε. Αν δεν απαντούσε, ξανατηλεφωνούσε. Ύστερα ξανά. Κάποτε το όνομά του εμφανίστηκε στην οθόνη της δεκατέσσερις φορές μέσα σε είκοσι λεπτά, και όταν εκείνη του το έδειξε σαν να ήταν κάτι ακραίο, ο Αντρέας απάντησε ότι αν είχε σηκώσει την πρώτη κλήση δεν θα υπήρχαν οι υπόλοιπες δεκατρείς. Ήταν μια λογική τόσο καθαρή ώστε δυσκολευόταν να καταλάβει τι ακριβώς την ενοχλούσε. Σιγά σιγά η Άννα έμαθε να μην αφήνει την μπαταρία του κινητού της να πέφτει κάτω από το μισό. Έμαθε να κοιτάζει την ώρα πριν μπει στο αυτοκίνητο και ξανά όταν άνοιγε την αυλόπορτα. Έμαθε, κυρίως, ότι μία αναπάντητη κλήση μπορούσε να αλλάξει τη θερμοκρασία ολόκληρου του σπιτιού για το υπόλοιπο βράδυ.

Μια μέρα επέστρεψε από τον παιδίατρο με την πεντάχρονη Ελένη και τον βρήκε στην κουζίνα να περιμένει. Δεν φώναζε. Αυτό ήταν που θα θυμόταν αργότερα η κόρη της, πολύ πιο καθαρά από της λέξεις, πως ο πατέρας της ήταν πιο τρομακτικός όταν δεν φώναζε, επειδή τότε το σπίτι ολόκληρο έμοιαζε να περιμένει μαζί του. Καθόταν στην καρέκλα με το κινητό ανάποδα πάνω στο τραπέζι και, όταν μπήκαν, κοίταξε πρώτα την Άννα και ύστερα το ρολόι στον τοίχο. «Πού ήσουν;» ρώτησε. Η Άννα, που είχε ακόμη την τσάντα της Ελένης στον ώμο, απάντησε ότι του είχε πει πως θα πήγαιναν στον παιδίατρο. 

«Γύρισες έξι και είκοσι.» 

Η Άννα σταμάτησε να βγάζει τα πράγματα από την τσάντα και τον κοίταξε. 

«Κοιτάς την κάμερα για να δεις τι ώρα μπαίνω και βγαίνω από το σπίτι;» 

Ο Αντρέας απάντησε ότι έτυχε να κοιτάξει, αλλά η λέξη έτυχε έμεινε για λίγο ανάμεσά τους χωρίς κανείς να την αγγίζει. 

«Σε λίγο θα θες να κοιτάς και το κινητό μου.» 

«Το κινητό σου δεν το έχω ψάξει ποτέ.» 

Η Άννα χαμογέλασε χωρίς χιούμορ. 

«Αυτό ισχύει μόνο επειδή άλλαξα τον κωδικό.» 

Ο Αντρέας αισθάνθηκε τότε ένα ψυχρό τράβηγμα στο στομάχι. Δεν ήταν ο κωδικός, θα έλεγε αργότερα στον εαυτό του, ήταν η πρόθεση πίσω από τον κωδικό, η ανάγκη της να υπάρχει κάτι στο οποίο εκείνος δεν είχε πρόσβαση. Ένα μυστικό ήταν μια κλειστή πόρτα και μια κλειστή πόρτα υπήρχε πάντα για να κρατήσει κάποιον απ’ έξω.

Το πιάτο έσπασε λίγα λεπτά αργότερα. Η Άννα τον είχε αποκαλέσει άρρωστο και ο Αντρέας, που ως εκείνη τη στιγμή εξακολουθούσε να μιλά χαμηλά, πήρε ένα πιάτο από τον πάγκο και το πέταξε στο πάτωμα. Ο κρότος ήταν τόσο ξαφνικός ώστε εκείνη σήκωσε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό της πριν προλάβει να σκεφτεί τι έκανε. Αυτό τον εξόργισε περισσότερο από τη λέξη άρρωστος. 

«Μη με κοιτάς έτσι», είπε, επειδή εκείνη η κίνηση τον τοποθετούσε ξαφνικά στη θέση ενός ανθρώπου από τον οποίο κάποιος έπρεπε να προστατευτεί και τίποτε δεν τον θύμωνε περισσότερο από το να του αποδίδεται μια πρόθεση που ήξερε πως δεν είχε. Από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε η Ελένη να κλαίει. Η Άννα κινήθηκε αμέσως προς την πόρτα, αλλά ο Αντρέας την έπιασε από τον καρπό. 

«Άφησέ με.» 

«Θα τελειώσουμε πρώτα τη συζήτηση.» 

«Με πονάς.» 

Ο Αντρέας κοίταξε το ίδιο του το χέρι σαν να τον κατηγορούσε εκείνη για κάτι που γνώριζε καλύτερα από την ίδια και χαλάρωσε τα δάχτυλά του. 

«Δεν σε πονάω.» 

Η Άννα γύρισε προς το μέρος του. 

«Μόλις σου είπα ότι με πονάς.» 

«Κι εγώ σου λέω ότι δεν σε κρατούσα τόσο δυνατά.» 

Τότε εμφανίστηκε η Ελένη στην πόρτα κρατώντας το λούτρινο κουνέλι της. Ο Αντρέας άφησε αμέσως τη γυναίκα του. Το παιδί κοίταξε τα κομμάτια στο πάτωμα και ρώτησε γιατί έσπασε το πιάτο. 

«Ατύχημα», είπε εκείνος. 

Η Άννα δεν είπε τίποτα. Αργότερα, αφού η Ελένη κοιμήθηκε, μάζεψε μόνη της τα κομμάτια, ένα ένα, με μια βρεγμένη χαρτοπετσέτα για τα μικρότερα θραύσματα. Ένα κομματάκι είχε κυλήσει κάτω από το ψυγείο. Το είδε, έσκυψε σαν να επρόκειτο να το πάρει, ύστερα σηκώθηκε και το άφησε εκεί. Έμεινε κάτω από το ψυγείο για χρόνια. Κάθε φορά που καθάριζε και το έβλεπε, το άφηνε στη θέση του, σαν να χρειαζόταν κάπου μέσα στο σπίτι ένα πράγμα που να θυμάται σωστά.

Με τον καιρό η Άννα έμαθε να αναγνωρίζει τα σημάδια τόσο καλά ώστε έπαψαν να χρειάζονται σκέψη. Ο τρόπος που ο Αντρέας άφηνε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι, λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι συνήθως. Η σιωπή του όταν κάτι δεν του άρεσε. Το μικρό χτύπημα της γλώσσας στον ουρανίσκο πριν κάνει μια ερώτηση που δεν ήταν πραγματικά ερώτηση, επειδή υπήρχε απάντηση που ήθελε ν’ ακούσει και όλες οι άλλες θα απαιτούσαν εξήγηση. Έμαθε να μην λέει «θέλω να βγω» αλλά «η Μαρία με κάλεσε για έναν καφέ, αν δεν σε πειράζει», κι όταν ο Αντρέας της έλεγε ότι φυσικά και δεν τον πείραζε, ένιωθε στιγμιαία γελοία για την ανακούφισή της. Έμαθε από το πώς γύριζε το κλειδί στην εξώπορτα αν ο άντρας της είχε γυρίσει κουρασμένος, εκνευρισμένος ή απλώς σιωπηλός, από το πόσο δυνατά έκλεινε την αυλόπορτα, από το αν άφηνε τα κλειδιά αμέσως ή τα κρατούσε στο χέρι όσο έμπαινε στην κουζίνα, από τον πρώτο αναστεναγμό όταν έβγαζε τα παπούτσια. Και το σώμα της μάθαινε γρηγορότερα από το μυαλό της. Οι ώμοι της σφίγγονταν όταν άκουγε το αυτοκίνητό του. Η αναπνοή της γινόταν ρηχή όταν το όνομά του εμφανιζόταν στην οθόνη. Μερικές φορές σταματούσε να μιλά μόλις εκείνος έμπαινε στο δωμάτιο, και μόνο από το βλέμμα της Ελένης καταλάβαινε ότι το είχε κάνει.

Ο Αντρέας δεν έβλεπε τίποτα από αυτά, ή έβλεπε και τα ονόμαζε αλλιώς. Η σιωπή της ήταν ψυχρότητα. Η επιθυμία της να μείνει μόνη ήταν απόρριψη. Η ανάγκη να κλείσει μια πόρτα ήταν απόδειξη ότι υπήρχε κάτι στην άλλη πλευρά που δεν ήθελε να δει. Όταν άρχισε να συναντά λιγότερο τις φίλες της, ο Αντρέας θεώρησε πως επιτέλους έβαζε προτεραιότητα στην οικογένειά της. Υπήρχαν ακόμη καλές μέρες, πολλές, αυτό είχε σημασία και για τους δύο, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Υπήρχαν πρωινά που εκείνος της έφτιαχνε καφέ πριν ξυπνήσει και φορές που, όταν αρρώστησε, της άλλαζε τις κρύες κομπρέσες χωρίς να παραπονιέται. Ο Αντρέας αποθήκευε αυτές τις στιγμές χωρίς να το ξέρει σαν αποδείξεις. Μερικές φορές ήταν ο ίδιος άντρας που της έφερνε καφέ στο κρεβάτι και της έλεγε να κοιμηθεί λίγο ακόμη. Και το βράδυ μπορούσε να κάθεται στην κουζίνα με το κινητό ανάποδα πάνω στο τραπέζι και να ρωτά γιατί είχε γυρίσει είκοσι λεπτά αργότερα.

Η μαύρη τσάντα ήταν κρυμμένη πίσω από τα χειμωνιάτικα παλτά, βαθιά μέσα στην ντουλάπα, σε σημείο όπου η Άννα πίστευε ότι ο Αντρέας δεν είχε κανέναν λόγο να ψάξει. Μέσα υπήρχαν χρήματα που είχε μαζέψει σε μικρά ποσά, αντίγραφα εγγράφων, δύο αλλαξιές ρούχα, τα φάρμακα της Ελένης, ένα δεύτερο ζευγάρι παιδικά παπούτσια και δύο τηλεφωνικοί αριθμοί γραμμένοι σ’ ένα διπλωμένο χαρτί. Ο Αντρέας τη βρήκε τυχαία, ή τουλάχιστον έτσι θα το έλεγε αργότερα. Το πρώτο συναίσθημα δεν ήταν θυμός αλλά εκείνο το ψυχρό τράβηγμα που είχε νιώσει όταν έμαθε ότι είχε αλλάξει τον κωδικό του κινητού της, μόνο δυνατότερο τώρα, επειδή αυτό δεν ήταν πια μια κλειστή πόρτα αλλά ολόκληρη έξοδος την οποία εκείνη είχε κατασκευάσει κρυφά μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Δεν αναρωτήθηκε γιατί η γυναίκα του είχε φάρμακα, αντίγραφα ταυτότητας και παπούτσια του παιδιού τους έτοιμα σε μια τσάντα, ή μάλλον η ερώτηση εμφανίστηκε και αντικαταστάθηκε αμέσως από μια άλλη, πολύ πιο εύκολη: τι σκόπευε να του κάνει. Να πάρει την Ελένη. Να εξαφανιστεί. Να τον αφήσει να γυρίσει σε άδειο σπίτι. Κι ύστερα αισθάνθηκε κάτι που αργότερα δεν θα ομολογούσε ούτε στον εαυτό του: ανακούφιση. Επιτέλους υπήρχε κάτι που μπορούσε να κρατήσει στα χέρια του. Η τσάντα βρισκόταν μπροστά του, τα χαρτιά, τα χρήματα, τα παπούτσια. Είχε δίκιο.

Όταν η Άννα γύρισε, είδε τη μαύρη τσάντα ανοιχτή πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και το πρόσωπό της άδειασε με τρόπο που ο Αντρέας εξέλαβε αμέσως ως ενοχή. Η Ελένη μπήκε πίσω της και η Άννα, χωρίς να πάρει τα μάτια της από την τσάντα, της είπε να ανέβει στο δωμάτιό της. Περίμενε ν’ ακούσει τα βήματα να φτάνουν επάνω και έκλεισε την πόρτα της κουζίνας. 

«Έψαχνες τα πράγματά μου.» 

Ο Αντρέας απάντησε πως είχε βρει μια τσάντα κρυμμένη μέσα στο σπίτι του. Η Άννα σήκωσε το βλέμμα. 

«Στο σπίτι μας.» Ήταν μία μικρή διόρθωση, σχεδόν τίποτα, και όμως μέσα του ακούστηκε όπως το «και;» τόσα χρόνια πριν. 

«Σε ποιο όνομα έρχονται οι λογαριασμοί ρε;» είπε. 

«Σε ποιανού το όνομα είναι το σπίτι, μωρή, και το θεωρείς δικό σου;» 

Τη ρώτησε αν σκόπευε να πάρει μαζί και την Ελένη. 

«Ναι», είπε. 

Κάτι μέσα του ησύχασε επικίνδυνα. 

«Είναι κόρη μου.» 

«Είναι παιδί. Δεν είναι περιουσία.»  

«Μην παίζεις με τις λέξεις.» 

Η Άννα ακούμπησε τότε τα δάχτυλά της στην άκρη της τσάντας και ο Αντρέας πρόσεξε ότι έτρεμαν τόσο λίγο που, αν δεν κοίταζε τα χέρια της, ίσως να μην το έβλεπε. 

«Έχω εδώ μέσα παπούτσια του παιδιού μου, φάρμακα, χρήματα και αντίγραφα της ταυτότητάς μου επειδή φοβάμαι να σου πω ότι θέλω να φύγω», είπε. «Και το μόνο που σκέφτεσαι είναι τι κάνω εγώ σε σένα.» 

Ο Αντρέας αισθάνθηκε το σαγόνι του να σφίγγεται. 

«Δεν είσαι θύμα.» 

Η Άννα τον κοίταξε για αρκετή ώρα ώστε εκείνος να αισθανθεί πως κάτι στη συζήτηση είχε αλλάξει χωρίς να ξέρει ακριβώς τι. 

«Το ξέρω», είπε. «Προσπαθώ να μη γίνω.»

Όταν πήρε την τσάντα και κινήθηκε προς την εξώπορτα, ο Αντρέας κατάλαβε ότι σκόπευε πράγματι να φύγει. Όχι να τον φοβίσει, όχι να ανέβει στο δωμάτιο και να περιμένει να ηρεμήσουν, όχι να πει κάτι που θα έπαιρνε αργότερα πίσω. Να φύγει. Έφτασε στην πόρτα πριν από εκείνη και γύρισε το κλειδί δύο φορές. Κλικ. Κλικ. Από την κορυφή της σκάλας, όπου είχε επιστρέψει αθόρυβα χωρίς να τους καταλάβουν, η Ελένη άκουσε τον ήχο και θα τον θυμόταν χρόνια αργότερα καλύτερα από πολλές από τις λέξεις που ακολούθησαν. Οι φωνές μπερδεύονται με τον χρόνο, οι φράσεις αλλάζουν όταν τις επαναλαμβάνεις, όμως ένας μηχανισμός που κλειδώνει έχει πάντοτε τον ίδιο ήχο. Η Άννα κοίταξε πρώτα την πόρτα και μετά τον Αντρέα. 

«Άνοιξε.» 

«Θα φύγεις όταν ηρεμήσεις.» 

Το είπε χαμηλά, σχεδόν λογικά, επειδή πίστευε πραγματικά πως αυτό έκανε, αγόραζε χρόνο ώστε να μη διαλυθεί η οικογένειά του από μια απόφαση παρμένη πάνω στα νεύρα. Όταν η Άννα έβγαλε το κινητό, άπλωσε το χέρι. 

«Δώσ’ το μου.» 

Εκείνη το τράβηξε πίσω. 

«Όχι.» 

«Δεν ξέρω ποιον θα πάρεις έτσι όπως είσαι.» 

Η Άννα έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Το βήμα ήταν μικρό, αλλά ο Αντρέας το είδε και κάτι μέσα του σκληρύνθηκε. Πάλι αυτό. Πάλι εκείνη η κίνηση που τον μετέτρεπε, χωρίς να έχει κάνει τίποτα, σε άνθρωπο από τον οποίο χρειαζόταν απόσταση. Χαμήλωσε τη φωνή περισσότερο. 

«Μη με αναγκάσεις να σου δείξω πόσο άσχημα μπορεί να τελειώσει αυτό.»

Από τη σκάλα ακούστηκε ένα μικρό κλάμα. Η Άννα κοίταξε προς τα επάνω και είδε την Ελένη με το κουνέλι της. 

«Έλα εδώ, αγάπη μου.» 

Πήγε να κινηθεί προς το παιδί, αλλά ο Αντρέας στάθηκε ανάμεσά τους. Δεν το έκανε, όπως θα επέμενε αργότερα, για να τρομάξει κανέναν, ήθελε απλώς να μην πάρει η Άννα την Ελένη μέσα στην ένταση και χρησιμοποιήσει το παιδί για να φύγει. 

«Κάνε στην άκρη», είπε εκείνη.  

«Δεν θα χρησιμοποιήσεις το παιδί εναντίον μου.» 

«Κάνε στην άκρη, Αντρέα.» 

«Σε προειδοποιώ.» 

Η Ελένη έκλαιγε τώρα ανοιχτά και η Άννα κρατούσε το βλέμμα της πάνω στον άντρα της. Κάτι άλλαξε στο πρόσωπό της, κάτι που εκείνος θεώρησε τότε πρόκληση και αργότερα η Ελένη θα θυμόταν σαν τη στιγμή που η μητέρα της πήρε μια απόφαση. 

«Δεν με προειδοποιείς», είπε. «Με απειλείς.» 

Ο Αντρέας χαμογέλασε χωρίς να καταλάβει ότι το έκανε. Η φράση που βγήκε από το στόμα του τού φάνηκε εκείνη τη στιγμή σχεδόν αυτονόητη. 

«Αν σε απειλούσα, θα ήξερες τη διαφορά.» 

Η Άννα τον κοίταξε σαν να είχε μόλις ακούσει κάτι που δεν μπορούσε πια να ξεχάσει. 

«Αυτό ακριβώς εννοώ.»

Κανείς δεν συμφώνησε αργότερα απολύτως για τα επόμενα λεπτά. Ο Αντρέας έλεγε ότι προσπάθησε να τη συγκρατήσει όταν εκείνη κινήθηκε απότομα. Εκείνος προτιμούσε τη λέξη ατύχημα. Μερικά δευτερόλεπτα που πήραν δεκατρία χρόνια και τα έκαναν να μοιάζουν, στα στόματα ξένων ανθρώπων, σαν να είχαν οδηγήσει μόνο εκεί. Υπήρχαν τα λουλούδια, οι καφέδες, το κόκκινο παλτό στην άδεια αυλή. Όλα αυτά είχαν συμβεί. Δεν μπορούσαν να πάψουν να έχουν συμβεί επειδή στο τέλος είχε υπάρξει μια σκάλα και ένας κρότος.

Στο δικαστήριο τον ρώτησαν γιατί είχε κλειδώσει την πόρτα. 

«Για να μη φύγει πάνω στα νεύρα της.» 

Γιατί προσπάθησε να της πάρει το τηλέφωνο. 

«Για να την ηρεμήσω.» 

Γιατί η Άννα είχε ετοιμάσει χρήματα, φάρμακα και έγγραφα. Ο Αντρέας είπε ότι δεν γνώριζε. Γιατί ένα μήνυμα που είχε στείλει η Άννα σε φίλη της δύο εβδομάδες πριν πεθάνει έγραφε: «Αν μου συμβεί κάτι, ήταν αυτός.» 

Δεν ήταν μόνο ότι η φράση ακούστηκε ξανά και ξανά μέσα στην αίθουσα, ήταν ότι είχε γραφτεί πριν από το ατύχημα. Ακόμη και πριν πεθάνει, σκέφτηκε, η Άννα είχε ήδη φροντίσει να υπάρχει μια ιστορία στην οποία εκείνος θα ήταν ο άνθρωπος που θα έφταιγε αν της συνέβαινε κάτι. Του φάνηκε τρομερά άδικο. Δεν πέρασε από το μυαλό του να αναρωτηθεί τι έπρεπε να πιστεύει μια γυναίκα για τη ζωή της ώστε να γράψει μια τέτοια πρόταση και να τη στείλει ενώ ο άντρας της κοιμόταν λίγα μέτρα μακριά.

Καταδικάστηκε σε ισόβια και στη φυλακή έμαθε πως ο άνθρωπος μπορεί να συνηθίσει σχεδόν τα πάντα: το να μετράς τον χρόνο όχι με εποχές αλλά με πόρτες που ανοίγουν και ξανακλείνουν. Αυτό που δεν συνήθισε ποτέ ήταν η αίσθηση ότι κάποιος άλλος κρατούσε το κλειδί. Τους πρώτους μήνες, ένας φύλακας τού είπε κάποτε ότι ο προαυλισμός τελείωσε. Ο Αντρέας κοίταξε το ρολόι του. 

«Έχω ακόμα πέντε λεπτά.» 

«Μέσα, Βαρδή.» 

«Δεν μπορείς να αποφασίζεις εσύ πότε θα μπω και πότε θα βγω.» 

Ο φύλακας τον κοίταξε σχεδόν βαριεστημένα. 

«Αυτό ακριβώς μπορώ.» 

Εκείνο το βράδυ, ξαπλωμένος στο στενό κρεβάτι, ο Αντρέας θυμήθηκε την Άννα μπροστά στην εξώπορτα. Άνοιξέ μου. Η ανάμνηση τον εκνεύρισε τόσο πολύ ώστε γύρισε πλευρό. Δεν ήταν το ίδιο. Εκείνος βρισκόταν στη φυλακή επειδή είχε παραβιάσει τον νόμο. Εκείνη βρισκόταν στο σπίτι της. Μπορούσε να περιμένει λίγα λεπτά. Μπορούσε να τον ακούσει. Μπορούσε να μη φύγει. Δεν ήταν το ίδιο. Το επανέλαβε μέσα του ώσπου οι λέξεις έχασαν το νόημά τους και έμεινε μόνο ο ρυθμός, δεν ήταν το ίδιο, δεν ήταν το ίδιο, δεν ήταν το ίδιο, μέχρι που αποκοιμήθηκε.

Έμεινε στη φυλακή δεκαεννιά χρόνια. Η Ελένη δεν πήγε ποτέ να τον δει. Της έγραφε κατά καιρούς. Σχεδόν κάθε γράμμα τελείωνε με την ίδια φράση: Θυμήσου πόσο σε αγαπούσα. Η Ελένη δεν απάντησε ποτέ.

Όταν απολύθηκε υπό όρους, επέστρεψε στο παλιό σπίτι επειδή, όπως είπε στον υπεύθυνο της αποφυλάκισής του, δεν είχε λόγο να πάει αλλού. Το σπίτι ήταν ακόμη στο όνομά του. Η συκιά είχε μεγαλώσει ως το μπαλκόνι και ένα από τα κλαδιά της έξυνε τον τοίχο όταν φυσούσε. Ο Αντρέας, την πρώτη μέρα που καθάρισε το πάτωμα, κοίταξε ασυναίσθητα το κενό από κάτω σαν να περίμενε να δει ακόμη εκείνο το μικρό θραύσμα από το πιάτο. Δεν υπήρχε. Τις ήσυχες νύχτες άκουγε το νερό. Μία σταγόνα, μετά από λίγο δεύτερη, πάντα πολύ χαμηλότερα από όσο θα έπρεπε να βρίσκεται οποιοσδήποτε σωλήνας. Την πρώτη φορά που το άκουσε μετά την επιστροφή του σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε ως την κουζίνα. Στάθηκε στα πλακάκια με τα χέρια στις τσέπες, σχεδόν στο ίδιο σημείο όπου θυμόταν την Άννα ξυπόλυτη τόσα χρόνια πριν. Άκουσε για λίγο κι ύστερα γύρισε στο κρεβάτι. Τα παλιά σπίτια κάνουν θορύβους. Δεν χρειαζόταν όλα να σημαίνουν κάτι.

Τρεις μήνες αργότερα η Ελένη δέχτηκε να τον συναντήσει. Η γυναίκα που κάθισε τώρα απέναντί του έμοιαζε τόσο πολύ στην Άννα ώστε για λίγα δευτερόλεπτα ο Αντρέας δεν κατάφερε να κοιτάξει τίποτε άλλο πέρα από τις ομοιότητες: το σχήμα των ματιών, τον τρόπο που έσφιγγε τα χείλη όταν περίμενε απάντηση, εκείνο το ελαφρύ σήκωμα του πιγουνιού που κάποτε του είχε αρέσει τόσο στη μητέρα της. Ένιωσε, χωρίς να καταλάβει γιατί, σαν να είχε μπροστά του κάτι που του ανήκε κάποτε και τώρα δεν του ανήκε πια. Η Ελένη δεν τον αγκάλιασε. Κάθισε απέναντί του και είπε: 

«Ήθελα να δω αν άλλαξες.» 

Ο Αντρέας απάντησε ότι είχε περάσει δεκαεννιά χρόνια φυλακή. Εκείνη τον κοίταξε για λίγο. 

«Δεν σε ρώτησα πόσο τιμωρήθηκες. Σε ρώτησα αν άλλαξες.» 

«Τι θέλεις να πω; Ότι είμαι τέρας;» ρώτησε. 

Η Ελένη δεν αντέδρασε όπως περίμενε. 

«Όχι. Αυτό είναι το πρόβλημα. Νομίζεις ότι πρέπει να είσαι τέρας για να κάνεις αυτό που έκανες.» 

Του είπε πως δεν θυμόταν την Άννα πριν αρχίσει να τον φοβάται. Θυμόταν μόνο πόσο γρήγορα η μητέρα της έκλεινε την οθόνη του κινητού όταν εκείνος έμπαινε στο δωμάτιο, πώς σταματούσε να μιλά μόλις άκουγε τα κλειδιά του στην πόρτα, πώς μια φορά την είχε βρει στο μπάνιο να κλαίει χωρίς ήχο και η Άννα, όταν άκουσε το αυτοκίνητο του Αντρέα να μπαίνει στην αυλή, είχε βάλει το δάχτυλο στα χείλη της κόρης της. Όχι επειδή της εκμυστηρευόταν κάποιο μυστικό. Επειδή δεν ήθελε να ακουστεί ότι έκλαιγε. 

«Δεν ήθελα να με φοβάται», είπε ο Αντρέας. 

«Το ξέρω», απάντησε η Ελένη.

Εκείνος σάστισε τόσο που για λίγο δεν βρήκε τίποτε να πει. Η Ελένη όμως είχε δεχτεί τη φράση ακριβώς όπως την είπε. 

«Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο», συνέχισε. «Αν τη μισούσες, θα ήταν πιο εύκολο να σε καταλάβω. Αν ήσουν ένας άνθρωπος που γύριζε σπίτι και ήθελε απλώς να την πονέσει, θα μπορούσα να πω ότι ήσουν αυτό και τέλος. Αλλά δεν ήσουν. Την αγαπούσες. Της έφτιαχνες καφέ, της αγόραζες πράγματα, καθόσουν δίπλα της όταν ήταν άρρωστη, και την ίδια στιγμή θεωρούσες φυσιολογικό να μην μπορεί να κλείσει μια πόρτα χωρίς να αναρωτηθείς τι κρύβει, να μην μπορεί να φύγει αν εσύ αποφάσιζες ότι δεν ήταν αρκετά ήρεμη, να μην μπορεί να πει όχι χωρίς μετά να πρέπει να αποδείξει ότι το όχι της δεν ήταν επίθεση εναντίον σου.» 

«Ήταν η ζωή μου», ψιθύρισε ο Αντρέας. 

Η Ελένη τον κοίταξε στα μάτια. 

«Όχι, μπαμπά. Νόμιζες πως η ζωή της ήταν δική σου.»

Το ίδιο βράδυ, όταν επέστρεψε στο σπίτι, ο Αντρέας ήταν θυμωμένος. Δεκαεννιά χρόνια, σκεφτόταν καθώς έκλεινε πίσω του την αυλόπορτα, δεκαεννιά χρόνια κατά τα οποία άλλοι κρατούσαν τα κλειδιά, άλλοι αποφάσιζαν πότε θα έβγαινε και πότε θα επέστρεφε, κι όμως ούτε αυτό αρκούσε στην Ελένη. Άφησε τα κλειδιά πάνω στον πάγκο και ο ήχος τους ακούστηκε παράξενα δυνατός μέσα στην άδεια κουζίνα. Ύστερα ακούστηκε το νερό κάτω από τα πλακάκια, μία σταγόνα που έπεσε κάπου τόσο βαθιά ώστε ο ήχος της έφτασε καθυστερημένος, σαν να είχε διανύσει απόσταση μέσα στη γη. Ο Αντρέας κοίταξε κάτω. Περίμενε χωρίς να ξέρει γιατί, και η δεύτερη σταγόνα ήρθε ακριβώς όταν είχε αρχίσει να πιστεύει πως δεν θα ερχόταν. Θυμήθηκε την Άννα ξυπόλυτη στην ίδια κουζίνα, τόσα χρόνια πριν, να κοιτάζει το πάτωμα και να του λέει ότι ο ήχος ερχόταν από πολύ χαμηλά, κι εκείνον να γελά. Δεν ήθελε να τη θυμάται, πήρε πάλι τα κλειδιά και πήγε προς την εξώπορτα, αλλά πριν προλάβει να ακουμπήσει τη λαβή η κλειδαριά γύρισε μόνη της δύο φορές. Κλικ. Κλικ.

Ο Αντρέας σταμάτησε με το χέρι σηκωμένο. Δύο στροφές, καθαρές, ίδιες με εκείνες που είχε κάνει το δικό του χέρι τη νύχτα που η Άννα στάθηκε μπροστά στην πόρτα και του ζήτησε να την ανοίξει. Κατέβασε τη λαβή. Η πόρτα δεν άνοιξε. Έβαλε το κλειδί, όμως σταμάτησε σχεδόν αμέσως μέσα στον μηχανισμό, σαν να υπήρχε άλλο κλειδί από την απέναντι πλευρά. 

«Άνοιξε», είπε, και μόλις άκουσε τη λέξη αισθάνθηκε κάτι μικρό και ψυχρό να περνά από το στομάχι του, γιατί δεν είχε σκεφτεί σε ποιον μιλούσε. Πίσω του, πολύ κοντά ή πολύ μακριά, μια γυναίκα είπε ήσυχα: 

«Δεν είσαι ήρεμος.» 

Γύρισε. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Το φως της κουζίνας έφτανε ως το πρώτο σκαλί και ύστερα σταματούσε, αφήνοντας τον επάνω όροφο μέσα σε σκοτάδι που δεν είχε τίποτε το αφύσικο και γι’ αυτό ήταν χειρότερο, ήταν το σκοτάδι που υπήρχε κάθε βράδυ στο ίδιο του το σπίτι, μόνο που τώρα ο Αντρέας δεν μπορούσε να θυμηθεί αν η πόρτα του υπνοδωματίου επάνω είχε μείνει ανοιχτή ή κλειστή όταν έφυγε. 

«Άννα;» είπε. 

«Θα φύγεις όταν ηρεμήσεις.» 

Ο θυμός ήρθε πρώτος και τον ανακούφισε. Τράβηξε πάλι τη λαβή, χτύπησε με τον ώμο, έβρισε, φώναξε το όνομά της, και κάθε τόσο σταματούσε χωρίς να το θέλει επειδή κάτι έτριζε επάνω, ή επειδή νόμιζε ότι κάτι έτριζε, και άκουγε. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που δεν του άρεσε: πως άκουγε. Όχι απλώς τους ήχους του σπιτιού αλλά τα κενά ανάμεσά τους, περιμένοντας να καταλάβει από μια κίνηση που δεν είχε συμβεί ακόμη αν κινδύνευε. Όταν άκουσε ένα σανίδι να τρίζει στο επάνω πάτωμα, δεν φώναξε «ποιος είναι;». Η ερώτηση ανέβηκε ως τον λαιμό και σταμάτησε εκεί, επειδή μια σκέψη είχε προηγηθεί: μήπως ήταν καλύτερα να μη δώσει αφορμή. Έμεινε έτσι, ακίνητος, και αισθάνθηκε το σώμα του να κάνει κάτι που η σκέψη του αρνιόταν ακόμη, οι ώμοι είχαν σφιχτεί, η αναπνοή είχε γίνει ρηχή, τα δάχτυλά του κρατούσαν τα κλειδιά τόσο δυνατά ώστε οι άκρες τους πονούσαν την παλάμη. Σκέφτηκε να ξαναμιλήσει και αναρωτήθηκε τι τόνο έπρεπε να χρησιμοποιήσει. Σκέφτηκε να σωπάσει και αναρωτήθηκε αν η σιωπή θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Αυτός ήταν ο φόβος, κατάλαβε, όχι η κραυγή ούτε η φυγή, ο φόβος ήταν να μην υπάρχει ακόμη τίποτε μπροστά σου και παρ’ όλα αυτά να έχεις ήδη αρχίσει να διορθώνεις τον εαυτό σου.

Ακούμπησε την πλάτη του στην πόρτα και γλίστρησε ως το πάτωμα. Το νερό έπεσε ξανά κάτω από την κουζίνα και αυτή τη φορά η μαύρη τσάντα τού ήρθε στον νου τόσο καθαρά ώστε κοίταξε το τραπέζι περιμένοντας σχεδόν να τη δει εκεί. Τώρα, με την πόρτα κλειδωμένη πίσω του, θυμήθηκε κάτι που δεν είχε σκεφτεί ποτέ: πόση ώρα χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ανέβει στο παιδικό δωμάτιο, να βρει παπούτσια μέσα σε ντουλάπα, να ξυπνήσει ένα παιδί χωρίς να το κάνει να κλάψει, να κατέβει πάλι τη σκάλα, και πόση ώρα μπορεί να έχει όταν ο άνθρωπος που κρατά το κλειδί έχει ήδη καταλάβει ότι θέλει να φύγει. 

«Δεν ήθελα να με φοβάσαι», είπε. 

Η φωνή της Άννας απάντησε χωρίς καθυστέρηση. 

«Το ξέρω.» 

Ο Αντρέας έκλεισε τα μάτια. 

«Σ’ αγαπούσα.» 

«Το ξέρω.» Δεν του αρνήθηκε τίποτε και ακριβώς γι’ αυτό δεν του άφησε τίποτε να υπερασπιστεί. 

«Σου έφτιαχνα καφέ.» 

«Ναι.» 

«Σου αγόραζα λουλούδια.» 

«Ναι.» 

«Καθόμουν δίπλα σου όταν ήσουν άρρωστη.» 

«Το θυμάμαι.» 

Ο Αντρέας περίμενε το αλλά και δεν ήρθε. 

«Τότε γιατί μιλάς σαν να ήμουν…» Σταμάτησε πριν πει τη λέξη. 

Η Άννα μίλησε πάλι. 

«Δεν ήθελες να με φοβίσεις όταν έσπασες το πιάτο.» 

Ο Αντρέας δεν απάντησε. 

«Δεν ήθελες να με πονέσεις όταν με κρατούσες.» 

«Δεν σε κρατούσα τόσο δυνατά.» 

Η φράση βγήκε μόνη της. Για μια στιγμή δεν ακούστηκε τίποτε. Ύστερα η Άννα είπε: 

«Μόλις σου είπα ότι με πονάς.» 

Ο Αντρέας ένιωσε τον λαιμό του να στενεύει. Ήταν τα λόγια του, ολόκληρα, χωρίς τίποτε καινούργιο. 

«Δεν ήταν έτσι.» 

«Πώς ήταν;» 

«Προσπαθούσα να σε σταματήσω να φύγεις πάνω στα νεύρα σου.» 

«Θα έφευγα όταν ηρεμούσα.» Η φωνή της έμεινε ήρεμη. «Αυτό μου είπες.» 

Ο Αντρέας κοίταξε την πόρτα και για πρώτη φορά δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει ποιο από τα δύο τον τρόμαζε περισσότερο: ότι η Άννα ήταν κάπου μέσα στο σπίτι ή ότι δεν ήταν πουθενά και όλες οι απαντήσεις της υπήρχαν ήδη μέσα του.

Η κλειδαριά γύρισε. Η πόρτα άνοιξε και ο νυχτερινός αέρας μπήκε στο σπίτι τόσο φυσιολογικά ώστε ο Αντρέας δεν περίμενε, σηκώθηκε, βγήκε, κατέβηκε τα σκαλιά παραπατώντας και πέρασε την αυλόπορτα. Έτρεξε χωρίς να κοιτάξει πίσω, με εκείνη την άτσαλη βιασύνη ανθρώπου που έχει χρόνια να τρέξει, και κάθε αίσθηση του δρόμου τον βεβαίωνε ότι είχε φύγει: η άσφαλτος κάτω από τα παπούτσια, η ψύχρα στο πρόσωπο, το τράβηγμα στο δεξί γόνατο, η μεταλλική γεύση στο στόμα καθώς η ανάσα του γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Είχε φτάσει αρκετά μακριά ώστε να μη βλέπει πια την αυλόπορτα όταν το επόμενο βήμα του έπεσε πάνω σε πλακάκι. Ο Αντρέας παραπάτησε και το χέρι του βρήκε την άκρη του τραπεζιού. Σήκωσε το κεφάλι. Η κουζίνα. Το κίτρινο φως, ο πάγκος, το μπουφάν στην καρέκλα. Έμεινε να κοιτάζει, προσπαθώντας να βρει μέσα στη μνήμη του το κομμάτι που έλειπε, τη στροφή, την επιστροφή, έστω μια στιγμή ζάλης, αλλά δεν υπήρχε τίποτε. Το ένα βήμα είχε πατήσει στον δρόμο και το επόμενο στο σπίτι. Άνοιξε αμέσως την πόρτα και βγήκε ξανά, αυτή τη φορά από την πίσω αυλή. Πέρασε κάτω από τη συκιά, σκαρφάλωσε στη μάντρα, έξυσε την παλάμη του στην πέτρα και πήδηξε από την άλλη πλευρά. Επίτηδες δεν έτρεξε. Μέτρησε τα βήματα. Ένα, χώμα. Δύο, χώμα. Τρία, πέτρα. Τέσσερα. Στο πέμπτο το ισχίο του χτύπησε στο τραπέζι της κουζίνας. Τότε ο φόβος του άλλαξε. Δεν υπήρχε δρόμος που οδηγούσε πίσω. Δεν υπήρχε καν «πίσω». Ο Αντρέας άρχισε να φωνάζει. Βγήκε ξανά, επέστρεψε χωρίς να επιστρέψει, χτύπησε την πόρτα, παρακάλεσε, είπε ότι είχε καταλάβει, ότι μετάνιωσε, ότι είχε ήδη πληρώσει δεκαεννιά χρόνια, ότι ήταν γέρος, πως δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό. Τίποτε δεν άλλαξε. Η μετάνοια δεν άνοιξε τον δρόμο. Ο φόβος δεν τον άνοιξε. Η κατανόηση δεν τον άνοιξε. Και κάθε φορά που έπαυε να φωνάζει, το νερό συνέχιζε από κάτω με την ίδια υπομονετική ακρίβεια.

Δεν ήξερε πόση ώρα καθόταν στο πάτωμα όταν άκουσε ένα αυτοκίνητο να σταματά έξω. Ο ήχος ήταν τόσο συνηθισμένος ώστε για ένα δευτερόλεπτο δεν κατάλαβε γιατί τα χέρια του πάγωσαν πάνω στα γόνατά του. Ακολούθησε το κλείσιμο μιας πόρτας, ύστερα βήματα στις πλάκες της αυλής. Ο Αντρέας σηκώθηκε χωρίς να σκεφτεί. Κοίταξε το τραπέζι. Η καρέκλα ήταν λίγο τραβηγμένη, την έσπρωξε στη θέση της. Κοίταξε το κινητό του. Η οθόνη ήταν άδεια, κι όμως προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε αναπάντητη κλήση, τι είχε πει πριν φύγει, αν είχε υποσχεθεί ώρα επιστροφής, αν κάποια λεπτομέρεια μπορούσε να μη συμφωνεί με κάτι που ο άλλος ήδη γνώριζε. Τα βήματα πλησίαζαν και με κάθε βήμα ο κόσμος του μίκραινε όχι σε δωμάτιο αλλά σε επιλογές: πού να κοιτάξει, πώς να σταθεί, ποια λέξη να πει πρώτη, πόσο δυνατά να αναπνεύσει. Το κλειδί μπήκε στην εξώπορτα. Κλικ. Ο Αντρέας κοίταξε το κινητό. Κλικ. Η πόρτα άνοιξε και τα βήματα μπήκαν στον διάδρομο, αργά και χωρίς τίποτε απειλητικό στον ρυθμό τους. Έπρεπε να μαντέψει τη διάθεση από τον τρόπο που ένα κλειδί είχε γυρίσει, από το πόσο δυνατά είχε κλείσει μια πόρτα αυτοκινήτου, από την παύση ανάμεσα στα βήματα. Τα βήματα σταμάτησαν έξω από την κουζίνα. Ο Αντρέας σκέφτηκε να μιλήσει πρώτος, ύστερα πως ίσως αυτό ακουγόταν ένοχο, ύστερα πως η σιωπή μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση. Το στομάχι του σφίχτηκε τόσο βίαια ώστε πίεσε το χέρι πάνω του. Δεν υπήρχε σωστή απάντηση όταν ο άλλος μπορούσε να αποφασίσει ποια ήταν λάθος αφού την είχες ήδη δώσει. 

«Σε παρακαλώ», είπε τελικά. 

Η φωνή της Άννας ακούστηκε από την άλλη πλευρά. 

«Τι φοβάσαι;» 

«Δεν ξέρω.» 

«Ξέρεις.» 

Ο Αντρέας έκλεισε τα μάτια. 

«Εσένα.» 

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τόσο μακριά ώστε μετάνιωσε σχεδόν αμέσως. Ίσως δεν έπρεπε να της είχε πει την αλήθεια. Ίσως το να πεις σε κάποιον πως τον φοβάσαι να ήταν από μόνο του προσβολή. 

«Δεν σου έχω κάνει τίποτα», είπε η Άννα. 

«Το ξέρω.» 

«Τότε γιατί φοβάσαι;» 

Ο Αντρέας δεν μίλησε. 

«Σε ρώτησα κάτι.» Δεν είχε υψώσει τη φωνή της. 

Εκείνος αισθάνθηκε το αίμα του να απομακρύνεται από το πρόσωπο. 

«Επειδή δεν ξέρω τι θα κάνεις.» 

«Κι εγώ τι σου έχω κάνει;» 

«Τίποτα.» 

«Άρα δεν έχεις λόγο να φοβάσαι.» 

Ήταν η λογική του. Τόσο οικεία ώστε για μια στιγμή δεν άκουσε την Άννα αλλά τον εαυτό του: δεν σε χτύπησα, δεν σε κρατούσα τόσο δυνατά, δεν σου απαγόρευσα να βγεις, απλώς είπα ότι δεν μου αρέσει, θα έφευγες όταν ηρεμούσες. Και το σώμα του, όχι η σκέψη, κατάλαβε πριν από εκείνον γιατί η Άννα είχε μάθει να κατεβάζει την οθόνη του κινητού, γιατί σταματούσε μια πρόταση στη μέση, γιατί έβγαζε τα παπούτσια χωρίς θόρυβο, γιατί μπορούσε να φοβάται περισσότερο τις ήρεμες ερωτήσεις από τις φωνές.

«Μπαμπά;» 

Η παιδική φωνή ήρθε από τη σκάλα. Ο Αντρέας σήκωσε το κεφάλι και είδε την Ελένη στην κορυφή της, πέντε χρονών, με το λούτρινο κουνέλι σφιγμένο στο στήθος και το ένα γυμνό πόδι μισό βήμα πίσω από το άλλο. 

«Ελένη, έλα εδώ», είπε και προχώρησε. Το παιδί οπισθοχώρησε. 

«Δεν θα σου κάνω τίποτα.» 

Μόλις το είπε, σταμάτησε. Κοιτούσε το χέρι του. 

«Είμαι ο πατέρας σου.» 

Τα μάτια της ανέβηκαν στο πρόσωπό του. Ο Αντρέας άνοιξε τα δάχτυλά του. 

«Δεν είμαι θυμωμένος.» 

Το παιδί έκανε άλλο ένα βήμα πίσω και τότε από κάτω ακούστηκε νερό να μετακινείται, όχι πια σαν σταγόνα αλλά σαν ολόκληρη μάζα μέσα σε έναν βαθύ κλειστό χώρο. Ο ήχος απλώθηκε κάτω από την κουζίνα και μαζί του ήρθαν οι παλιές φράσεις, όχι σαν φωνές φαντασμάτων αλλά σαν μνήμη που δεν δεχόταν πια να παραμένει στη θέση όπου την είχε τακτοποιήσει: το πιάτο που έσπασε, το κλάμα της Ελένης, «δεν σε πονάω», «είσαι γυναίκα μου», «δεν θα πάρεις το παιδί μου», «αν σε απειλούσα θα ήξερες τη διαφορά». Τις γνώριζε πριν ακουστούν και, για πρώτη φορά, δεν μπορούσε να βάλει γύρω τους τον τόνο, την περίσταση, την εξήγηση που τις έκανε στη μνήμη του λιγότερο βαριές. Τα φώτα έσβησαν. Στο απόλυτο σκοτάδι ψηλάφησε τον τοίχο, βρήκε την πόρτα και τράβηξε τη λαβή. Κλειδωμένη. Χτύπησε, παρακάλεσε, φώναξε πως είχε καταλάβει, πως μετάνιωσε, πως δεν θα το ξανάκανε, πως είχε ήδη πληρώσει, ώσπου η φωνή του έγινε βραχνή και οι παλάμες του άρχισαν να πονάνε. Τότε άκουσε από την άλλη πλευρά ένα κλειδί να μπαίνει αργά στην κλειδαριά. Κλικ. Σώπασε. Κλικ. Έκανε πίσω. Και, καθώς από κάτω το νερό ακούστηκε τόσο κοντά ώστε για μια στιγμή νόμισε πως θα το αισθανόταν να περνά ανάμεσα στα πλακάκια, κατάλαβε χωρίς να ξέρει αν η σκέψη ήταν δική του ή αν το σπίτι την είχε αφήσει μέσα του.

Η πόρτα άνοιξε και από την άλλη πλευρά βρισκόταν η ίδια κουζίνα δεκαεννιά χρόνια νεότερη, η Άννα δίπλα στη μαύρη τσάντα, η Ελένη στη σκάλα και ο νεότερος Αντρέας ήδη μπροστά στην εξώπορτα. Είδε την Άννα να κοιτάζει πρώτα την πόρτα, ύστερα την κόρη της, ύστερα το κινητό στο χέρι της, και τώρα μπορούσε να δει πράγματα που τότε βρίσκονταν μπροστά του και δεν υπήρχαν για εκείνον: το πόσο γρήγορα έπαιρνε ανάσα, τον αντίχειρα που είχε ήδη μετακινηθεί πάνω στην οθόνη πριν της ζητήσει το τηλέφωνο, το μικρό βήμα προς τα πίσω όταν χαμήλωσε τη φωνή του. 

«Δεν ξέρω ποιον θα πάρεις έτσι όπως είσαι.» 

Ξαφνικά η κουζίνα δεν ήταν δωμάτιο αλλά αποστάσεις, τόσα βήματα ως την πόρτα, τόσα ως τη σκάλα, ο άντρας ανάμεσά τους, το παιδί πίσω του, το κλειδί στο χέρι του. Αν έτρεχε προς την Ελένη, θα έλεγε πως χρησιμοποιούσε το παιδί εναντίον του. Αν πήγαινε προς την πόρτα, θα στεκόταν μπροστά της. Αν φώναζε, θα του έδινε λόγο να πει πως είχε χάσει τον έλεγχο. Αν μιλούσε ήρεμα, ίσως εκείνος άκουγε ειρωνεία. Ο Αντρέας περίμενε μαζί της τη σωστή κίνηση και, επειδή τώρα βρισκόταν εκεί όπου στεκόταν εκείνη, κατάλαβε πριν φτάσει η σκέψη ως τις λέξεις ότι δεν υπήρχε. 

«Κάνε στην άκρη, Αντρέα.» 

«Δεν θα χρησιμοποιήσεις το παιδί εναντίον μου.» 

«Κάνε στην άκρη.» 

«Σε προειδοποιώ.» Η φωνή του ήταν χαμηλή, ελεγχόμενη, ακριβώς όπως την είχε θυμηθεί τόσα χρόνια για να αποδείξει στον εαυτό του ότι δεν είχε χάσει τον έλεγχο.

«Δεν με προειδοποιείς. Με απειλείς.» 

Ο νεότερος Αντρέας χαμογέλασε. 

«Αν σε απειλούσα, θα ήξερες τη διαφορά.» 

Το πρόσωπο της Άννας άλλαξε, και ο ηλικιωμένος Αντρέας κατάλαβε πως εκείνη τη στιγμή είχε σταματήσει να ψάχνει την απάντηση που θα τον ηρεμούσε. Ένα χέρι σηκώθηκε, ένα σώμα προσπάθησε να περάσει, κι ο Αντρέας ένιωσε τον φόβο της πριν ακόμη συμβεί οτιδήποτε, εκείνη τη φρικτή γνώση του σώματος που δεν ξέρει τι ακριβώς θα γίνει αλλά έχει μάθει ότι πρέπει να προετοιμαστεί. Άκουσε την κραυγή και έπειτα τον βαρύ κρότο.

Όταν άνοιξε τα μάτια, ήταν πάλι γονατισμένος στη σημερινή κουζίνα. Τα κλειδιά βρίσκονταν πάνω στον πάγκο. Το φως είχε ανάψει. Η πρώτη σκέψη που σχηματίστηκε μέσα του ήταν τόσο ανθρώπινη και τόσο γνώριμη ώστε στην αρχή δεν κατάλαβε τι σήμαινε: τώρα θα με αφήσει. 

«Άννα», είπε, και δυσκολεύτηκε να καταπιεί. 

«Σε πιστεύω.» 

«Μετάνιωσα.» 

Κάτω από τα πλακάκια έπεσε μία σταγόνα. Μέσα του είχε ήδη αρχίσει να χτίζεται η επόμενη εκδοχή, αυτή στην οποία η κατανόηση ήταν το τίμημα και, επειδή το είχε πληρώσει, η πόρτα όφειλε τώρα να ανοίξει. Η κλειδαριά δεν κινήθηκε. Ύστερα ακούστηκε έξω ένα αυτοκίνητο. Ο Αντρέας έκλεισε τα μάτια. Ήξερε τη σειρά πριν αρχίσει: ο κινητήρας θα έσβηνε, η πόρτα του αυτοκινήτου θα έκλεινε, θα ακολουθούσαν τα βήματα στις πλάκες, το κλειδί στην αυλόπορτα. Η καρέκλα ήταν λίγο έξω. Την έσπρωξε στη θέση της. Δεν υπήρχε κλήση. Παρ’ όλα αυτά προσπάθησε να θυμηθεί τι είχε πει, πού είχε πάει, τι θα απαντούσε όταν άνοιγε η πόρτα. Τα χέρια του είχαν αρχίσει να τρέμουν. Είχε καταλάβει και δεν είχε αλλάξει τίποτε, είχε μετανιώσει και ο ήχος του κλειδιού συνέχιζε να πλησιάζει, ήξερε πλέον ακριβώς τι ήταν αυτό που φοβόταν και η γνώση δεν έκανε τον φόβο μικρότερο. Το πρώτο κλικ ακούστηκε και ο Αντρέας πίεσε τις παλάμες του πάνω στο τραπέζι. Το δεύτερο δεν είχε έρθει ακόμη και ήδη προσπαθούσε να μαντέψει τη διάθεση εκείνου που βρισκόταν από την άλλη πλευρά. «Πόσο θα κρατήσει;» Η φωνή της Άννας ήρθε από κάπου που δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει από το σπίτι, το πηγάδι ή τη δική του μνήμη.

«Μέχρι να ηρεμήσεις.» Και τότε το σπίτι άρχισε πάλι από την αρχή.


Διαβάστε επίσης...

Μονή Αββακούμ: Το θέατρο του παραλόγου — «Δε σου κάνω τον Άγιο, αμάρτησα»

Μονή Αββακούμ: Το θέατρο του παραλόγου — «Δε σου κάνω τον Άγιο, αμάρτησα»

Παιχνίδια με τη φωνή του Άγιου Πορφυρίου, πλαστές υπογραφές για υπεξαίρεση μισθών και εξαντλητική εργασία μέχρι λιποθυμίας: Η κατάθεση-καταπέλτης πρώην μοναχού στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας…

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΔΙΕΘΝΗ
Διάβασε το άρθρο →