Η πατριαρχία δεν είναι απλώς ένα σύστημα στο οποίο «οι άνδρες εξουσιάζουν τις γυναίκες». Είναι επίσης μια ιεραρχία μεταξύ των ίδιων των ανδρών. Στην κορυφή βρίσκονται συγκεκριμένα πρότυπα ισχύος: ο αρχηγός, ο πατέρας, ο στρατηγός, ο ισχυρός πολιτικός, ο πλούσιος επιχειρηματίας, ο θρησκευτικός ηγέτης. Και χαμηλότερα βρίσκονται άνδρες που εκπαιδεύονται να υπακούν, αρκεί η εξουσία που βρίσκεται πάνω από το κεφάλι τους να διαθέτει το κατάλληλο ανδρικό κύρος.
Ο άνδρας που θεωρεί ταπεινωτικό να «τον κάνει ό,τι θέλει μια γυναίκα» μπορεί να θεωρεί τιμή του να υπακούει τυφλά σε έναν άνδρα ανώτερό του. Μπορεί να γελοιοποιεί έναν άνδρα επειδή «ακούει τη γυναίκα του», αλλά να θαυμάζει την απόλυτη πειθαρχία στον αρχηγό. Να αντιμετωπίζει ως αδυναμία τον συμβιβασμό μέσα σε μια ισότιμη σχέση, αλλά ως αρετή την υπακοή μέσα σε μια ανδρική ιεραρχία.
Δεν απορρίπτει λοιπόν πάντοτε την υποταγή. Απορρίπτει κυρίως την ανατροπή της ιεραρχίας που έχει μάθει ως «φυσική». Γι’ αυτό και μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αρρενωπότητας οικοδομήθηκε ιστορικά μέσα σε αυστηρά ανδροκρατούμενες δομές: στρατούς, θρησκευτικές ιεραρχίες, πολιτικές οργανώσεις, αδελφότητες, συμμορίες, αυταρχικούς θεσμούς. Ο νεότερος υπακούει στον μεγαλύτερο, ο στρατιώτης στον αξιωματικό, ο πιστός στον θρησκευτικό ηγέτη, ο οπαδός στον αρχηγό. Η ανδρική εξουσία δεν καταργεί την ανδρική υποταγή. Την οργανώνει.
Άνδρες υποτακτικοί σε άλλους άνδρες
Και υπάρχει ένας ακόμη μηχανισμός: η επιβεβαίωση από άλλους άνδρες. Ο «σωστός άνδρας» πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την αρρενωπότητά του μπροστά σε ένα ανδρικό ακροατήριο. Να μην είναι «μαλθακός». Να μη φοβάται. Να μην κλαίει. Να μην υποχωρεί στη γυναίκα. Να κατακτά, να ανταγωνίζεται, να αντέχει. Ακόμη και όταν πιστεύει ότι ενεργεί απολύτως ανεξάρτητα, συχνά συμμορφώνεται με ένα σύνολο κανόνων που έχουν θεσπίσει και επιτηρούν κυρίως άλλοι άνδρες.
Ποιος λοιπόν εξουσιάζει ποιον;
Ο μισογυνισμός γίνεται σε αυτό το σημείο και μηχανισμός αστυνόμευσης των ίδιων των ανδρών. Αποκαλούν έναν άνδρα «γυναικούλα» επειδή φοβήθηκε, «@νοδουλο» επειδή μπορεί να σέβεται τη σύντροφό του ή και ότι είναι «λιγότερο άνδρας» επειδή αρνήθηκε εμπλοκή σε βία και επιθετικότητα. Η προσβολή λειτουργεί μόνο επειδή προϋποθέτει ότι οτιδήποτε θεωρείται γυναικείο βρίσκεται χαμηλότερα στην κοινωνική κλίμακα. Έτσι η πατριαρχία δημιουργεί μια πυραμίδα η οποία υπόσχεται στον άνδρα ανωτερότητα απέναντι στις γυναίκες, αλλά απαιτεί από εκείνον συμμόρφωση απέναντι στους άνδρες που βρίσκονται ψηλότερα.
Και αυτό εξηγεί γιατί η ισότητα μπορεί να προκαλεί τόσο έντονη αντίδραση. Δεν απειλεί απλώς ένα «προνόμιο απέναντι στις γυναίκες». Απειλεί ολόκληρη την πυραμίδα. Αν μια γυναίκα δεν είναι κατώτερη επειδή είναι γυναίκα, τότε γιατί ένας άνδρας πρέπει να θεωρείται ανώτερος επειδή είναι πιο επιθετικός, πιο πλούσιος, πιο ισχυρός ή περισσότερο προσαρμοσμένος στο στερεότυπο του «άλφα»;
Η πατριαρχία προσφέρει στους άνδρες προνόμια απέναντι στις γυναίκες, αλλά ταυτόχρονα τους υποβάλλει σε μια αυστηρή ανδρική ιεραρχία: για να αναγνωριστούν ως “πραγματικοί άνδρες”, πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν στους άλλους άνδρες ότι είναι αρκετά ισχυροί, σκληροί και κυριαρχικοί. Ο φεμινισμός αμφισβητεί και τις δύο πλευρές αυτής της ιεραρχίας. Η χειραφέτηση των γυναικών επομένως μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωτικά και για τους άνδρες.
Το σύνδρομο της αγέλης
Ο άνθρωπος αρέσκεται να θεωρεί τον εαυτό του ανεξάρτητο, ορθολογικό και δύσκολο στη χειραγώγηση. Η κοινωνική ψυχολογία, όμως, εδώ και δεκαετίες περιγράφει μια πολύ πιο άβολη πραγματικότητα: οι άνθρωποι μπορούν να υιοθετήσουν απόψεις, συμπεριφορές και επιλογές επειδή τις υιοθετεί η ομάδα, ακόμη και όταν υπάρχουν λόγοι να τις αμφισβητήσουν.
Το λεγόμενο «σύνδρομο της αγέλης» δεν αποτελεί ψυχιατρική διάγνωση. Είναι ένας δημοφιλής όρος που χρησιμοποιείται για φαινόμενα όπως η συμμόρφωση, η κοινωνική επιρροή, η ομαδική σκέψη και η μίμηση. Και ακριβώς αυτοί οι μηχανισμοί μπορούν να αποκτήσουν τεράστια πολιτική δύναμη όταν συναντούν την προπαγάνδα, τον φόβο, τον φανατισμό και τα σύγχρονα κοινωνικά δίκτυα.
Το κλασικό πείραμα του Solomon Asch έδειξε πόσο εύκολα μπορεί να κλονιστεί ακόμη και μια προφανής κρίση. Οι συμμετέχοντες έπρεπε να συγκρίνουν μήκη γραμμών. Όταν όμως οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι –στην πραγματικότητα συνεργάτες του ερευνητή– έδιναν ομόφωνα μια εμφανώς λανθασμένη απάντηση, αρκετοί συμμετέχοντες συμμορφώνονταν τουλάχιστον σε κάποιες δοκιμές (Asch, 1956).
Δεν απαιτείται λοιπόν πάντοτε καταστολή για να επιτευχθεί συμμόρφωση. Μπορεί να αρκεί η κοινωνική πίεση. Ο φόβος της απομόνωσης, της γελοιοποίησης ή του αποκλεισμού μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός πειθαρχίας. Οι Deutsch και Gerard διέκριναν την κανονιστική επιρροή –συμμορφώνομαι για να γίνω αποδεκτός– από την πληροφοριακή επιρροή: ακολουθώ τους άλλους επειδή θεωρώ ότι πιθανόν γνωρίζουν καλύτερα (Deutsch & Gerard, 1955).
Εδώ ακριβώς αποκτά σημασία η προπαγάνδα. Δεν χρειάζεται μόνο να πείσει ότι μια θέση είναι σωστή. Μπορεί να επιχειρεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι «όλοι» την πιστεύουν. Όσο περισσότερο μια άποψη παρουσιάζεται ως αυτονόητη και κοινωνικά κυρίαρχη, τόσο αυξάνεται η πίεση προς όσους διαφωνούν.
Η επανάληψη ενός μηνύματος, όμως, δεν αποτελεί απόδειξη. Ούτε ένα εκατομμύριο likes μετατρέπουν έναν ψευδή ισχυρισμό σε γεγονός.
Στα κοινωνικά δίκτυα η δυναμική της αγέλης αποκτά βιομηχανικές διαστάσεις. Ο χρήστης δεν βλέπει απλώς μια πληροφορία. Βλέπει πόσοι την επικρότησαν, πόσοι την κοινοποίησαν και πόσοι ακολουθούν εκείνον που τη δημοσίευσε. Η κοινωνική επιδοκιμασία μετατρέπεται σε αριθμό.
Το πείραμα των Salganik, Dodds και Watts έδειξε ότι όταν οι άνθρωποι γνωρίζουν τις προηγούμενες επιλογές των άλλων, η κοινωνική επιρροή μπορεί να ενισχύσει δραματικά τις ανισότητες δημοτικότητας και να κάνει την τελική επιτυχία λιγότερο προβλέψιμη (Science, 2006). Αυτό που γίνεται δημοφιλές αποκτά μεγαλύτερη πιθανότητα να γίνει ακόμη δημοφιλέστερο.
Κάπως έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: «το πιστεύουν πολλοί, άρα μάλλον ισχύει – αφού μάλλον ισχύει, το κοινοποιώ – αφού κοινοποιείται περισσότερο, το πιστεύουν ακόμη περισσότεροι».
Ο Irving Janis χρησιμοποίησε τον όρο groupthink για να περιγράψει μια διαφορετική αλλά συγγενική παθολογία της συλλογικής απόφασης. Η ανάγκη μιας συνεκτικής ομάδας να διατηρήσει τη συναίνεση μπορεί να αποθαρρύνει τη διαφωνία και την εξέταση εναλλακτικών επιλογών. Τα μέλη αυτολογοκρίνονται και η σιωπή τους μπορεί να ερμηνεύεται ως συμφωνία (Janis, 1972).
Το φαινόμενο γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνο στην πολιτική. Όταν η κομματική, εθνική, θρησκευτική ή άλλη συλλογική ταυτότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τα στοιχεία, η πραγματικότητα κινδυνεύει να αξιολογείται με βάση το ποιος μιλά και όχι το τι αποδεικνύεται. Ο «δικός μας» πρέπει να έχει δίκιο και ο «άλλος» πρέπει να έχει άδικο.
Αυτό είναι εύφορο έδαφος για δημαγωγία. Η εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε πολίτες που πιστεύουν τα πάντα. Τη διευκολύνουν και πολίτες που παύουν να ελέγχουν, να αμφισβητούν και να απαιτούν αποδείξεις.
Η λύση, βέβαια, δεν είναι να θεωρούμε αυτομάτως λάθος οτιδήποτε πιστεύει η πλειοψηφία. Η αντίδραση στην αγελαία σκέψη δεν είναι η τυφλή αντιλογία αλλά η κριτική σκέψη: πηγές, στοιχεία, επιστημονική τεκμηρίωση, πλουραλισμός και διαρκής έλεγχος ακόμη και των δικών μας πεποιθήσεων.


