Η σημερινή ραγδαία άνοδος της ακροδεξιάς σε παγκόσμιο επίπεδο, με εκπροσώπους όπως ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και διάφορα υπερσυντηρητικά κινήματα στην Ευρώπη, θέτει σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που θεωρούνταν μέχρι χθες κατακτημένα. Στο όνομα της προάσπισης των «παραδοσιακών χριστιανικών αξιών», βλέπουμε μια συστηματική επίθεση απέναντι στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, τις γυναίκες και τις μειονότητες, με τη ρητορική μίσους να μετατρέπεται σε σκληρές πολιτικές διακρίσεων και κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι μια ειρωνική και τραγική πραγματικότητα το γεγονός ότι σήμερα, σε πολλές «πεφωτισμένες» χριστιανικές χώρες της Δύσης, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα βιώνουν ξανά τον φόβο, την περιθωριοποίηση και την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πολιτικό κλίμα, η στροφή στην ιστορία καθίσταται απαραίτητη, όχι για λόγους στείρας παρελθοντολογίας, αλλά για να αποδομηθούν οι βολικοί μύθοι που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι αυτόκλητοι «προστάτες» της δυτικής ανωτερότητας.
Υπάρχει μια αμήχανη σιωπή που απλώνεται κάθε φορά που η συζήτηση φτάνει στην ιστορική σχέση του Ισλάμ, της Ανατολής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα ανθρώπινα δικαιώματα, την τέχνη και τις ατομικές ελευθερίες. Από τη μία πλευρά, οι ακραίοι ισλαμιστές παρουσιάζουν την Αυτοκρατορία ως ένα «μαγικό» και αδιάσπαστο θεοκρατικό πρότυπο, όπου ο Σαρία εφαρμοζόταν απρόσκοπτα για έξι αιώνες. Από την άλλη πλευρά, η δυτική δεξιά και οι ισλαμοφοβικές ομάδες αντιμετωπίζουν την ανατολική ιστορία ως ένα συμπαγές, διαχρονικό σκοτάδι, ταυτίζοντας το Ισλάμ εγγενώς με την ομοφοβία, τον μισογυνισμό και την απολυταρχία.
Κι όμως, η ίδια η ιστορία έρχεται να καταρρίψει και τις δύο πλευρές με τον πιο ειρωνικό τρόπο. Διότι, αν κοιτάξει κανείς τα πραγματολογικά δεδομένα του 18ου και 19ου αιώνα, αποκαλύπτεται μια αλήθεια που προκαλεί εγκεφαλικά τόσο στους σύγχρονους τζιχαντιστές όσο και στους δυτικούς υπερσυντηρητικούς. Το πιο ισχυρό σοκ για το σύγχρονο αφήγημα έρχεται από τον τομέα της σεξουαλικότητας.

Αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας και γυναικεία εκπαίδευση στο Χαλιφάτο
Σήμερα, θεωρείται «δεδομένο» ότι οι μουσουλμανικές κοινωνίες ήταν ανέκαθεν και δομικά ομοφοβικές. Κι όμως, το 1858, στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποποινικοποίησε επίσημα την ομοφυλοφιλία. Ο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ (1823–1861) υπήρξε ο κορυφαίος αρχιτέκτονας της περιόδου του Τανζιμάτ και η εμβληματική φυσιογνωμία πίσω από την τολμηρή, θεσμική εκκοσμίκευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ανέβηκε στον θρόνο μόλις στα 16 του χρόνια και αμέσως εξέδωσε το ιστορικό Διάταγμα του Γκιουλχανέ (1839) και αργότερα το Χάτ-ι Χουμαγιούν (1856), θεμελιώνοντας την ισότητα όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή εθνικότητας. Ήταν ένας εξαιρετικά καλλιεργημένος Σουλτάνος, λάτρης της δυτικής μουσικής και της γαλλικής κουλτούρας, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι η επιβίωση του κράτους απαιτούσε την πλήρη αποδέσμευση του αστικού δικαίου από τις αυστηρές θρησκευτικές αγκυλώσεις.
Στο πλαίσιο των ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεών του, ο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ υπέγραψε το 1858 τον νέο Οθωμανικό Ποινικό Κώδικα (επηρεασμένο από τον αντίστοιχο γαλλικό), ο οποίος παρέλειπε εντελώς την ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, αποποινικοποιώντας την στην πράξη πάνω από έναν αιώνα πριν από τις περισσότερες δυτικές χώρες. Για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος αυτής της απόφασης, αρκεί μια απλή σύγκριση με τη Δύση. Η Μεγάλη Βρετανία διατήρησε την ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μέχρι το 1967, η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία διατήρησε την ομοφυλοφιλία στον κατάλογο των ψυχικών διαταραχών μέχρι το 1973, ενώ στις ΗΠΑ οι νόμοι περί «σοδομισμού» καταργήθηκαν οριστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο μόλις το 2003.
Όταν, λοιπόν, οι Οθωμανοί Χαλίφηδες καταργούσαν τις ποινές για την ομοφυλοφιλία στα μέσα του 19ου αιώνα, η «πεφωτισμένη» Βικτωριανή Αγγλία φυλάκιζε συγγραφείς όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν κρυφά, αλλά με την έγκριση των ανώτατων θρησκευτικών αρχών της εποχής. Αυτό αποδεικνύει ότι η ομοφοβία που παρατηρείται σήμερα σε πολλά ισλαμικά κράτη δεν είναι κάποια αιώνια «ισλαμική παράδοση», αλλά ένα σύγχρονο, πολιτικοποιημένο κατασκεύασμα, συχνά επηρεασμένο μάλιστα από τους αποικιοκρατικούς νόμους που επέβαλαν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι.
Παράλληλα, ο Αμπντούλ Μετζίντ Α΄προώθησε ενεργά την ίδρυση των πρώτων κοσμικών σχολείων για κορίτσια και την ίδρυση της πρώτης ανώτερης σχολής θηλέων (Cevri Kalfan İnas Rüştiyesi) το 1859, βάζοντας τα πρώτα θεμέλια για τη γυναικεία εκπαίδευση. Η προσωπικότητά του αποδομεί πλήρως το στερεότυπο του σκοταδιστή Ανατολίτη ηγεμόνα, αποδεικνύοντας ότι η προοδευτική μεταρρύθμιση πήγαζε από την ίδια την κορυφή της οθωμανικής ηγεσίας.

Η εικόνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως ενός αμετάβλητου ισλαμικού κράτους είναι ένας πλήρης μύθος. Όπως αναδεικνύει η μελέτη του ερευνητή Ishtiaq Hussain, η οποία δημοσιεύτηκε από τον οργανισμό Faith Matters, η περίοδος του Τανζιμάτ σημαδεύτηκε από την αντικατάσταση των εθιμικών και θρησκευτικών νόμων από κοσμικά, ευρωπαϊκού τύπου νομικά πλαίσια. Οι Σουλτάνοι δεν περιόρισαν τη δράση τους στη νομική μεταρρύθμιση, αλλά ίδρυσαν κοσμικά σχολεία και προώθησαν ενεργά την εκπαίδευση των γυναικών, ενώ παράλληλα έκαναν συστηματικές προσπάθειες για την ενσωμάτωση των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων, αναγνωρίζοντας την πολυμορφία της αυτοκρατορίας.
Ακόμη και στο πεδίο της κουλτούρας, η μισαλλόδοξη άποψη ότι το Ισλάμ απαγορεύει την καλλιτεχνική έκφραση καταρρέει εκ των έσω. Ο τελευταίος Οθωμανός Χαλίφης, ο Αμπντούλ Μετζίτ Β΄, που υπηρέτησε την περίοδο 1922-1924, δεν ήταν ένας απομονωμένος θρησκευτικός ηγέτης, αλλά ένας ταλαντούχος ζωγράφος, έργα του οποίου εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Κωνσταντινούπολης. Συνεπώς, η ιδέα ότι ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ εμφανίστηκε εκ του μηδενός για να επιβάλει μια βίαιη εκκοσμίκευση σε μια οπισθοδρομική κοινωνία είναι ιστορικά ατελής, καθώς ο Ατατούρκ πάτησε πάνω σε ένα υπόβαθρο θεσμικών μεταρρυθμίσεων που είχαν ήδη ξεκινήσει από τους ίδιους τους Σουλτάνους έναν αιώνα νωρίτερα.
Όταν η Ιστορία διαψεύδει τζιχαντιστές και ισλαμοφοβικούς
Γιατί έχουν τόσο μεγάλη σημασία αυτά τα ιστορικά στοιχεία σήμερα; Διότι αποδομούν το κεντρικό ιδεολογικό όπλο των εξτρεμιστικών οργανώσεων, από την Αλ Κάιντα μέχρι τους οπαδούς του Ανουάρ αλ-Αουλάκι και του Οσάμα Μπιν Λάντεν. Αυτές οι ομάδες στρατολογούν νέους υποστηρίζοντας ότι το Χαλιφάτο είναι το μοναδικό αυθεντικό μοντέλο διακυβέρνησης και ότι η ευημερία του μουσουλμανικού κόσμου εξαρτάται από την απόλυτη ταύτιση του κράτους με μια απολιθωμένη ερμηνεία του Σαρία. Όταν όμως αποδεικνύεται ότι η ίδια η Οθωμανική Αυτοκρατορία, δηλαδή το κορυφαίο ιστορικό παράδειγμα ισλαμικής ισχύος, διαχώρισε στην πράξη τον αστικό νόμο από τον θρησκευτικό, το αφήγημα των φονταμενταλιστών καταρρέει σαν χάρτινος πύργος.
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Emory, Abdullahi An-Na'im, στο έργο του «Islam and the Secular State», η ίδια η έννοια του «Ισλαμικού Κράτους» που επιβάλλει τον θρησκευτικό νόμο είναι μια σύγχρονη εφεύρεση, επηρεασμένη από τις ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές ιδέες περί ολοκληρωτικού κράτους, και όχι από την αυθεντική ισλαμική παράδοση. Η αληθινή ισχύς του Ισλάμ υπήρξε ιστορικά η προσαρμοστικότητά του στις τοπικές συνθήκες και η ικανότητά του να συνυπάρχει με την κοσμική διακυβέρνηση.
Η αποδομή των φονταμενταλιστικών μύθων δεν αφορά μόνο τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, αλλά αφορά άμεσα και τη Δύση. Οργανώσεις όπως η British Muslims for Secular Democracy (BMSD) δίνουν μια διπλή μάχη, τόσο απέναντι στον ισλαμικό φασισμό όσο και απέναντι στην ακροδεξιά ισλαμοφοβία. Όταν η ακροδεξιά στην Ευρώπη και την Αμερική παρουσιάζει το Ισλάμ ως μια ασύμβατη με τις ευρωπαϊκές αξίες απειλή, αγνοεί σκόπιμα ότι η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα μουσουλμανικής παρουσίας και συνεισφοράς, από την Ανδαλουσία της Ισπανίας μέχρι τα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη, που προήγαγαν τα γράμματα, τις τέχνες και την ανεξιθρησκία.
Η ιστορία είναι ένα πεδίο συνεχούς εξέλιξης. Το γεγονός ότι οι Οθωμανοί Χαλίφηδες του 19ου αιώνα αποποινικοποίησαν την ομοφυλοφιλία, εκσυγχρόνισαν το δίκαιο και άνοιξαν τον δρόμο για την εκπαίδευση των γυναικών αποδεικνύει ότι ο σκοταδισμός δεν είναι πεπρωμένο κανενός πολιτισμού. Είναι καιρός να σταματήσουμε να χαρίζουμε την ιστορία στους ακραίους. Η αναγνώριση της οθωμανικής εκκοσμίκευσης είναι το καλύτερο όπλο απέναντι τόσο σε όσους ονειρεύονται μεσαιωνικά χαλιφάτα όσο και σε όσους χτίζουν πολιτικές καριέρες στη Δύση πάνω στον φόβο, τη μισαλλοδοξία και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.


