Μια καταγγελία ομαδικού βιασμού στο Cornell University το 2024 έχει επιστρέψει στο προσκήνιο, προκαλώντας αντιδράσεις για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε τόσο από το πανεπιστήμιο όσο και από τις αρχές. Η πρώην φοιτήτρια, γνωστή στα δικαστικά έγγραφα ως «Jane Doe», υποστηρίζει ότι σε ηλικία 20 ετών βρέθηκε σε πάρτι της αδελφότητας Chi Phi, όπου, σύμφωνα με την αγωγή της, της χορηγήθηκαν ουσίες και στη συνέχεια υπέστη επανειλημμένες σεξουαλικές επιθέσεις από επτά άνδρες επί περίπου επτά ώρες. Οι καταγγελίες δεν έχουν κριθεί δικαστικά και κανένας από τους επτά δεν έχει μέχρι σήμερα καταδικαστεί ή συλληφθεί.
Η γυναίκα κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία του Cornell λίγες εβδομάδες αργότερα. Το πανεπιστήμιο πραγματοποίησε ξεχωριστή έρευνα στο πλαίσιο του Title IX, η οποία κατέληξε σε πειθαρχικές κυρώσεις. Η ακριβής τύχη κάθε εμπλεκόμενου δεν είχε αρχικά δημοσιοποιηθεί, όμως στις 29 Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος του Cornell, Michael Kotlikoff, διευκρίνισε ότι δύο από τους επτά αποβλήθηκαν, δύο τέθηκαν σε αναστολή για τουλάχιστον δύο εξάμηνα, ένας είχε ήδη αποφοιτήσει πριν επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή και δύο κρίθηκαν μη υπεύθυνοι για σεξουαλική κακοποίηση.
Τι αποφάσισε το Cornell για τους επτά άνδρες
Η πλευρά της καταγγέλλουσας είχε υποστηρίξει ότι, εκτός από τους δύο που αποβλήθηκαν, στους υπόλοιπους επιβλήθηκαν ηπιότερες κυρώσεις, μεταξύ άλλων αναστολές, εργαστήρια και γραπτές εργασίες. Το Cornell αρνείται ότι η συγγραφή εργασιών αποτέλεσε τη μοναδική συνέπεια για οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους και υποστηρίζει ότι πραγματοποιήθηκε πολύμηνη διαδικασία, με ακρόαση ενώπιον ειδικά εκπαιδευμένου πάνελ.
«Shop still open?»: Τα μηνύματα που έφεραν ξανά την υπόθεση στο προσκήνιο
Στο επίκεντρο της νέας δημοσιότητας βρέθηκαν μηνύματα από ομαδική συνομιλία στο Snapchat. Σύμφωνα με το υλικό που έχει δημοσιοποιηθεί, στις 1:42 τα ξημερώματα στάλθηκε μήνυμα στην ομάδα που υπονοούσε ότι μια γυναίκα ήταν διαθέσιμη για σεξ. Αργότερα, ένας από τους συμμετέχοντες φέρεται να ρώτησε: «Shop still open?», δηλαδή «Το μαγαζί είναι ακόμα ανοιχτό;», και έλαβε την απάντηση «Yea».
Τα μηνύματα έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή, σύμφωνα με την αγωγή, συνδέονται χρονικά με την παρουσία της γυναίκας στο δωμάτιο και με την άφιξη και άλλων ανδρών. Για την πλευρά της καταγγέλλουσας αποτελούν στοιχεία που δείχνουν ότι η παρουσία της είχε γνωστοποιηθεί σε ευρύτερο κύκλο και ότι η σεξουαλική δραστηριότητα αντιμετωπιζόταν μέσα στη συνομιλία με τρόπο που την αποπροσωποποιούσε.
Η ποινική έρευνα ανοίγει ξανά
Η αποκάλυψη του υλικού συνέβαλε στην αναζωπύρωση της υπόθεσης. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2026, ο εισαγγελέας της κομητείας Tompkins, Matthew Van Houten, ανακοίνωσε ότι η ποινική έρευνα ανοίγει ξανά και ότι τα στοιχεία θα παρουσιαστούν σε grand jury, το οποίο θα εξετάσει εάν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για ποινικές διώξεις.
Η αρχική απόφαση να μην ασκηθούν ποινικές διώξεις αποτελεί πλέον αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης. Ο εισαγγελέας υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση που είχε δώσει η γυναίκα το 2024 δεν περιέγραφε τότε την υπόθεση ως ομαδικό βιασμό ή ως εξαναγκαστική χορήγηση ναρκωτικών και ότι η εκδοχή εκείνη δεν παρείχε την απαιτούμενη νομική βάση για δίωξη. Από την άλλη πλευρά, η δικηγόρος της γυναίκας υποστηρίζει ότι το υλικό της αστυνομικής συνέντευξης ήταν ευρύτερο και ότι σημαντικά στοιχεία δεν είχαν φτάσει στην εισαγγελία.
Η καταγγέλλουσα έφυγε από το Cornell — οι κατηγορούμενοι παρέμειναν
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της υπόθεσης είναι η διαφορετική πορεία που ακολούθησαν η καταγγέλλουσα και οι επτά άνδρες.
Η γυναίκα εγκατέλειψε τελικά το Cornell. Σύμφωνα με τον δικηγόρο της, υποστήριξε ότι δυσκολευόταν να συνεχίσει τις σπουδές της ενώ οι άνδρες που κατηγορούσε παρέμεναν στο πανεπιστημιακό περιβάλλον.
Από την άλλη, οι πειθαρχικές αποφάσεις δεν είχαν την ίδια συνέπεια για όλους τους επτά. Δύο αποβλήθηκαν, δύο τέθηκαν σε πολυετείς αναστολές, ένας είχε ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές του και δύο κρίθηκαν μη υπεύθυνοι από τη διαδικασία του πανεπιστημίου. Παράλληλα, η ποινική υπόθεση παραμένει ανοιχτή και οι κατηγορίες δεν έχουν κριθεί από δικαστήριο. Ορισμένοι από τους άνδρες έχουν αρνηθεί τις καταγγελίες μέσω των δικηγόρων τους.
Η υπόθεση έχει ήδη συνέπειες για το Cornell
Η αδελφότητα ΨΧ απομακρύνθηκε από την πανεπιστημιούπολη και παραμένει αποκλεισμένη από το Cornell. Η υπόθεση δεν πλήττει μόνο τη δημόσια εικόνα του πανεπιστημίου. Ήδη υπάρχουν ενδείξεις ότι επηρεάζει και την απόφαση υποψηφίων φοιτητών.
Σύμβουλοι εισαγωγής σε αμερικανικά πανεπιστήμια δήλωσαν ότι ορισμένοι μαθητές που σχεδίαζαν να υποβάλουν αίτηση στο Cornell αποφάσισαν να μην το κάνουν. Η Amanda Uhry, ιδρύτρια συμβουλευτικής εταιρείας στη Νέα Υόρκη, δήλωσε ότι και οι επτά μαθητές που συμβούλευε και σχεδίαζαν να υποβάλουν αίτηση Early Decision στο Cornell για το 2027 άλλαξαν σχέδια. Πρόκειται για συγκεκριμένο δείγμα πελατών συμβούλων και όχι για επίσημα στοιχεία που αποδεικνύουν συνολική πτώση των αιτήσεων.
Άλλοι σύμβουλοι αναφέρουν ότι οικογένειες, μεταξύ αυτών και οικογένειες αποφοίτων του Cornell, επανεξετάζουν την επιλογή του πανεπιστημίου, επικαλούμενες ζητήματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης στη διαχείριση καταγγελιών σεξουαλικής βίας.
Το σώμα των γυναικών ως πεδίο εξουσίας
Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, η υπόθεση αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα της έμφυλης βίας: τη διάσταση ανάμεσα στην τυπική αναγνώριση της συναίνεσης και στις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή διαμορφώνεται, αμφισβητείται ή παρακάμπτεται. Η σεξουαλική βία δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομική παρέκκλιση, αλλά συνδέεται με την πατριαρχία, την αντικειμενοποίηση και σεξουαλικοποίηση των γυναικείων σωμάτων, την εξουσία και την κυριαρχία.


